MAGNUM FORCE : Στέλνοντας έναν μπάτσο για όλες τις βρώμικες δουλείες στο…καθαριστήριο…

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘I hate the damn system, but until someone comes along with changes that make sense, I’ll stick with it. ‘

Το DIRTY HARRY του 1971 τελείωνε με έναν τρόπο γλυκόπικρο αλλά και εξαιρετικά σταράτο. Έχοντας αφαιρέσει την ζωή του μανιακού φονιά / τρομοκράτη ‘Scorpio‘ ο επιθεωρητής Harry Callahan αφού ρίξει μια τελευταία ματιά στο Κάθαρμα το οποίο μόλις εξολόθρευσε με το περίστροφο / κανόνι του στην συνέχεια ρίχνει και το σήμα του στον πάτο μιας λίμνης.

Στην ίδια ακριβώς λίμνη μέσα στην οποία είχε καταλήξει και πριν από λίγες στιγμές ο εχθρός του…

Η κίνηση αυτή του μπάτσου μπορεί να ερμηνευτεί με δυο τρόπους :

A. Σκοτώνοντας τον Scorpio ο Harry Callahan αυτομάτως συνειδητοποιεί το πόσο πολύ έχει απομακρυνθεί πλέον από τον Νόμο που είχε ορκιστεί να υπηρετεί και να πρεσβεύει. Αυτή είναι η κρίσιμη στιγμή που το παρατσούκλι ‘βρώμικος’ παύει να αποτελεί ένα απλό προσωνύμιο και γίνεται ένα αληθινό και αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσης του. Πετώντας το σήμα του στο ποτάμι ο Callahan δεν ξεφορτώνεται μονάχα ένα σύμβολο εξουσίας και την δουλεία του. Πετάει την μόνη ζωή που ήξερε μέχρι τότε. Μια ζωή που αρνείται να την συνεχίσει μιας και ο ίδιος την σπίλωσε. Ο Callahan ξεπέρασε επιτέλους κάθε γραπτό και ηθικό κανόνα και όριο με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του ως έναν εκπρόσωπο του Νόμου και της Τάξης.

Β. Διαμελίζοντας τον μοχθηρό αυτόν Μπάσταρδο ο Harry διακρίνει πιο ξεκάθαρα από ποτέ το πόσο πολύ τον περιορίζει ο Νόμος στο να αποδίδει αστική δικαιοσύνη και τιμωρία. Αντιλαμβανόμενος όλα τα ‘αδιέξοδα’ στα οποία τον έριχναν οι κανόνες του επαγγέλματος / λειτουργήματος του επί τόσα χρόνια ο Callahan επιλέγει να παραιτηθεί ώστε πλέον να έχει την δυνατότητα να αποδίδει τιμωρία επάνω στα Καθάρματα δίχως να είναι αναγκασμένος να δίνει κάθε λίγο και λιγάκι λογαριασμό στους ανωτέρους του και χωρίς να περιορίζεται από πολιτικές ορθότητες και περιττές γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ρίχνοντας το σήμα του στον πάτο της λίμνης ο Harry Callahan μπορεί επιτέλους να ‘εξελιχθεί’ σε έναν βιτζιλάντη που θα ‘καθαρίσει’ την πόλη του από το Κακό χωρίς ενοχλητικά εμπόδια…

Ασχέτως με το ποία ερμηνεία προσδίδει κανείς στο φινάλε της ταινίας το συμπέρασμα είναι ένα :

Το φινάλε αυτό ήταν τόσο δυνατό και συμβολικό που απλά φάνταζε απόλυτο και αμετάκλητο.

Προφανώς όμως τα 36 εκατομμύρια δολάρια που ‘συνέλαβε‘ αυτός ο μπάτσος πίσω στις αρχές των 70s είχαν εντελώς διαφορετική άποψη επί του θέματος…

Το 1973 ο Ted Post κλήθηκε να καθίσει στην σκηνοθετική καρέκλα που μέχρι πρότινος άνηκε στον Don Siegel και στην συνέχεια μας έδωσε το MAGNUM FORCE φιλμ που θα λειτουργούσε ως το παντελώς αχρείαστο αλλά παράλληλα και εξαιρετικά γαμάτο ‘δεύτερο κεφάλαιο’ της σταδιοδρομίας ενός μπάτσου που αν και έφερε επάνω του το παρατσούκλι ‘βρώμικος‘ στην πραγματικότητα πάσχιζε με όλο του το είναι να ‘καθαρίσει‘ την ταλαίπωρη πόλη του Σαν Φρανσίσκο από μοχθηρά Καθάρματα κάθε λογής.

Όμως να που πριν κάνει την επιστροφή του ο ‘βρώμικοςHarry Callahan φρόντισε πρώτα να περάσει μια βόλτα από το ‘καθαριστήριο‘…

Πως ‘αναιρείς‘ μια τόσο απότομη και ψυχωμένη ‘παραίτηση‘, σαν και αυτή που μας έδωσε το πρώτο φιλμ λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους του ?

Μάλλον την αγνοείς επιδεικτικά…

Στο MAGNUM FORCE o Harry Callahan παραμένει ο σκληροτράχηλος και macho μπάτσος που γνωρίσαμε στην πρώτη ταινία. Όμως ακούγοντας τον να μιλά γύρω από ένα σύστημα το οποίο παρόλο που ‘μισεί‘ ταυτόχρονα είναι πρόθυμος να το υπηρετεί μέχρι αυτό να αποκτήσει κάποιο ‘νόημα‘ μέσα σου αρχίζεις να το παίρνεις πρέφα ότι κάτι αρκετά διαφορετικό συναντάται πλέον μέσα στην καρδιά αυτού του άντρα.

Μάλιστα οι διαφορές αυτές έχουν επισημανθεί και από τον John Milius , δηλαδή τον άνθρωπο που είχε συμμετοχή στην ιστορία του πρώτου φιλμ και που υπογράφει το σενάριο και της συνέχειας του.

Συγκεκριμένα ο σκηνοθέτης / σεναριογράφος είχε δηλώσει στο παρελθόν τα εξής :

‘Από όλα τα φιλμ με τα οποία σχετίζομαι τούτο είναι το λιγότερο αγαπημένο μου. Άλλαξαν πολλά πράγματα με τρόπους φτηνούς και ολέθριους. Το φινάλε είναι εντελώς λάθος και δεν θυμίζει σε τίποτε το δικό μου. Εκείνη την εποχή όλες οι ταινίες περιλάμβαναν κυνηγητά με αμάξια ή μοτοσυκλέτες, εκτός των γουέστερν. Έχουν μια σκηνή όπου ένας νταβατζής ρίχνει καθαριστικό για σιφόνια στον λαιμό μιας μαύρης κοπέλας. Στο δικό μου σενάριο υπήρχε μονάχα μια σκηνή όπου ο Harry επισκέπτεται το νεκροτομείο και λέει την φράση ‘ I don’t feel bad for that son of a bitch, ’cause two weeks ago one of his girls was in here and he’d poured Drano down her throat. ‘…Πιστεύω ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει το ‘καλύτερα να τα ακούς παρά να τα βλέπεις…’. Όλα έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα : Το καταλαβαίνεις αμέσως ποία είναι τα συναισθήματα του Harry γύρω από όλο αυτό. Όλο αυτό το έξτρα υλικό που έχωσαν μέσα όπως το κορίτσι από την Ιαπωνία που εδώ γαμιέται με τον αστέρα…Στα δικά μου σενάρια ο ‘Βρώμικος’ Harry συναναστρεφόταν μονάχα με πουτάνες επειδή ήταν ένας μοναχικός τύπος που δεν γούσταρε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Δεν θα μπορούσε ποτέ του να βρεθεί δίπλα σε μια γυναίκα και να χτίσει την οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Ήταν ένας πικρόχολος και μοναχικός άντρας που αγαπούσε μονάχα την δουλεία του…

Η περιγραφή του Milius κολλάει ιδανικά επάνω στην απεικόνιση που είχε ο χαρακτήρας μέσα από εκείνη την πρώτη ταινία του. Όμως όχι και στον Harry που συναντάμε μέσα στο MAGNUM FORCE.

Σε αυτό το sequel ο ‘μοναχικός‘ επιθεωρητής αποκτά ένα αμόρε και συγκεκριμένα μια νεαρή και καυλιάρα Γιαπωνέζα γειτόνισά του. Ο χαρακτήρας της ΔΕΝ εξυπηρετεί τίποτα ως προς την εξέλιξη της πλοκής ή του κεντρικού της χαρακτήρα. Χώθηκε με το ζόρι στην ταινία μόνο και μόνο επειδή μετά από το πρώτο φιλμ ο πρωταγωνιστής , και αστέρας πλέον, Clint Eastwood δεχόταν σε καθημερινή βάση γράμματα που λειτουργούσαν παράλληλα ως σεξουαλικές εκκλήσεις / προκλήσεις από θαυμάστριες που στην πλειοψηφία τους ήταν Ασιατικής καταγωγής

Σαν να μην έφτανε αυτό το MAGNUM FORCE επεδίωξε, και τα κατάφερε, να μας δώσει μια σαφώς πιο ‘καθαρή‘ εικόνα ενός κινηματογραφικού μπάτσου που στις αρχές των 70s προκάλεσε τις βίαιες αντιδράσεις των φεμινιστικών , και όχι μόνο, οργανώσεων της Αμερικής που ένιωσαν να ‘θίγονται‘ από το ‘βίαιο, ρατσιστικό και μισογυνιστικό’ ύφος και περιεχόμενο του DIRTY HARRY.

Εκείνη την εποχή ο Clint επιθυμούσε διακαώς να απαλλάξει τον χαρακτήρα του, και κατά συνέπεια τον ίδιο του τον εαυτό, από την ταμπέλα του ‘επιθετικού και macho ρατσιστή / μισογύνη άντρα’ που κάποιοι ανίδεοι του είχαν κολλήσει. Το γεγονός ότι μετουσιώνοντας σε πράξη αυτή του την επιθυμία κατέληξε να απογυμνώσει τον αντιήρωα του από τα περισσότερα ουσιώδη και προβοκατόρικα στοιχεία του δεν φαινόταν να τον απασχολεί και ιδιαίτερα…

Ακριβώς το ίδιο ίσχυε και για το σενάριο όπως τελικά αποδόθηκε αυτό στην τελική εκδοχή της ταινίας. Εδώ δεν συναντάται η παραμικρή ‘εξέλιξη‘ για τον χαρακτήρα του Harry Callahan. Διάολε αντίθετα μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια απόλυτη ‘οπισθοδρόμηση‘ όσον αφορά την απεικόνιση του. Ο Harry Callahan εδώ είναι ξανά ένας μπάτσος που επιβάλλει την δικαιοσύνη του με ωμούς και αμφιλεγόμενους τρόπους όμως δεν λειτουργεί ως οτιδήποτε πέρα από αυτό. Ναι σε κάνα δυο σκηνές τον βλέπουμε να αμφισβητεί ξανά το σύστημα που τον εμποδίζει από το να ‘τιμωρεί‘ ανενόχλητος τα Καθάρματα όμως αντίθετα με την πρώτη ταινία εδώ οι όποιοι προβληματισμοί γύρω από τον χαρακτήρα, τις επιλογές και τις πράξεις του μπάτσου δεν διακρίνονται από την παραμικρή βαρύτητα. Μάλιστα για να ‘καθαρίσουν‘ το ίματζ του Harry Callahan σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής τον βάζουν αντιμέτωπο με μια ομάδα μπάτσων / βιτζηλάντηδων !

Οι άντρες αυτοί φορούν τις υπηρεσιακές τους στολές και καβαλάνε τις μηχανές τους και σκορπούν τον θάνατο στα στενά και τις λεωφόρους του Σαν Φρανσίσκο. Στόχοι τους είναι εκείνοι οι εγκληματίες και τα Καθάρματα της πόλης που ο Νόμος αδυνατεί να τα τιμωρήσει εξαιτίας της γραφειοκρατίας. Οι μπάτσοι αυτοί λειτουργούν με σαφώς πιο ‘βρώμικους‘ και ανελέητους τρόπους από τον Harry Callahan όμως στην τελική δεν δείχνουν να διαφέρουν και πολύ από εκείνον. Τουλάχιστον από τον ‘βρώμικο’ Harry που γνωρίσαμε μέσα από το πρώτο φιλμ...

Και να όμως που ο επιθεωρητής αποφασίζει να εντοπίσει και να σταματήσει αυτά τα καθίκια που ‘προδίδουν‘ τους όρκους και τις αξίες του σώματος της Αστυνομίας. Όρκους και αξίες που και ο ίδιος τα καταπάτησε στο φινάλε του DIRTY HARRY όμως εδώ αυτή η καταπάτηση αρχικά δείχνει να ‘ξεχνιέται‘ με πολύ βολικό και φτηνό τρόπο και στην πορεία ‘δικαιολογείται‘ απόλυτα μιας και οι αμφιλεγόμενοι μπάτσοι μεταμορφώνονται σε ξεκάθαρους Villains.

Στο MAGNUM FORCE το σενάριο υπάρχει μόνο και μόνο ώστε να στηθεί ένα sequel επάνω σε μια πετυχημένη πρώτη ταινία και σε έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα που αν και δίχασε μια ολόκληρη κοινωνία τελικά κατέληξε να αγαπηθεί παράφορα από εκατομμύρια θεατές. Το φιλμ του Ted Post ακολουθεί την πεπατημένη οδό καθώς μας δίνει μια συνέχεια που φαντάζει πιο βίαιη , υπερβολική και γραφική από τον προκάτοχο της χωρίς όμως στην πραγματικότητα να τον συναγωνίζεται σε δυναμισμό ή ουσία. Που να πάρει η οργή το MAGNUM FORCE παρά το γεγονός ότι αποτελεί το πιο αιματηρό κεφάλαιο ενός ολόκληρου franchise στην πραγματικότητα απλά ΔΕΝ έχει τα αρχίδια να ακολουθήσει και να επεκτείνει την εξαιρετικά βαριά, προβοκατόρικη αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία του DIRTY HARRY.

Εδώ έχουμε απλά ένα καταιγιστικό Action / Thriller φιλμ τιγκαρισμένο στο πιστολίδι , τις εκρήξεις και τις macho ατάκες και το οποίο καμουφλάρεται με ένα δήθεν ‘βαθύ κοινωνικοπολιτικό μήνυμα’ το οποίο όμως απλά δεν προκύπτει από πουθενά.

Πάντως οφείλουμε να δώσουμε και ορισμένα ελαφρυντικά στον Clint Eastwood καθώς μπορεί επάνω στην προσπάθεια του να ‘καθαρίσει‘ την τότε δημόσια εικόνα του εις βάρος της ποιότητας του αντιήρωα του ταυτόχρονα λόγω του ακλόνητου πείσματος του διέσωσε ένα σημαντικό κομμάτι της , όποιας, δυναμικής της ιστορίας του MAGNUM FORCE.

Στις αρχές των 70s o Clint προσέγγισε τον Don Siegel ώστε να αναλάβει την σκηνοθεσία του DIRTY HARRY. Για να τον ‘ψήσει‘ του έδωσε τέσσερα διαφορετικά προσχέδια που θα λειτουργούσαν ως σενάρια για την ταινία. Ένα από αυτά έφερε επάνω του το όνομα του Terrence Malick. Ω ναι πριν ο Malick εξελιχθεί στον σκηνοθέτη / ζωγράφο / ποιητή που όλοι μας γνωρίζουμε σήμερα χάρη σε ταινίες όπως τα Tree of Life και The Red Thin Line ο τύπος έγραφε σενάρια για ταινίες άλλων δημιουργών. Πάντως αν κρίνουμε από την πρώτη, και για μένα μακράν την καλύτερη του, ταινία του με τίτλο BADLANDS ο Malick ήξερε πολύ καλά πως να πλάσει χαρακτήρες/αντιήρωες που όλο τους το είναι περιστρέφεται γύρω από τον φόνο. Στην δική του εκδοχή της ιστορίας ο χαρακτήρας του Scorpio ΔΕΝ ήταν ένας ψυχοπαθής φονιάς αλλά λειτουργούσε περισσότερο ως ένας βιτζιλάντης που σκότωνε πλούσιους εγκληματίες οι οποίοι κατόρθωναν να ξεφύγουν από την δικαιοσύνη. Κάτι σαν ένας ‘Harry Callahan’ απλά με λιγότερες αρχές και χωρίς κανένα σήμα ώστε να το μοστράρει ως σύμβολο εξουσίας…

Ο Siegel απέρριψε αυτή την εκδοχή επειδή απλά δεν την γούσταρε. Όμως από την άλλη ο Clint Eastwood γοητευμένος και συνεπαρμένος από αυτή την εκδοχή αποφάσισε να την κρατήσει στο ‘ψυγείο‘ και την επιστράτευσε τελικά ως την βάση επάνω στην οποία στηρίχθηκε το MAGNUM FORCE. Με την σειρά του ο John Milius βάσισε τους ‘βρώμικους μπάτσους/εκδικητές/ Villains της ιστορίας επάνω στις περίφημες ‘ομάδες θανάτου’ της Βραζιλίας των 60s. Οι ομάδες αυτές αρχικά αποτελούνταν από μπάτσους που ‘εξελίχθηκαν‘ σε βιτζιλάντηδες και είχαν αποκλειστικό στόχο να δολοφονούν εκείνους τους εγκληματίες που η Κυβέρνηση της Βραζιλίας αδυνατούσε , ή και δεν ήθελε, να τους συλλάβει ή να τους εξοντώσει μέσω των νόμιμων διαδικασιών. Όμως πολύ σύντομα οι μπάτσοι αυτοί διαστρεβλώθηκαν σε στυγνούς φονιάδες που εξυπηρετούσαν τις πολιτικές ατζέντες της εκάστοτε Κυβέρνησης ή ακόμη και σε υπαλλήλους / δολοφόνους που σκότωναν και βασάνιζαν κοσμάκη για λογαριασμό των πλούσιων βιομηχάνων της χώρας…

Αυτή η διαστρέβλωση ενός ηθικού άντρα που επιθυμεί διακαώς να τιμωρήσει όλους εκείνους που λειτουργούν ως κίνδυνος απέναντι στην κοινωνία σε έναν φονιά και εγκληματία που θα εργάζεται για λογαριασμό του υψηλότερου πλειοδότη ενθουσίασε ως θεματολογία τον Milius και έτσι ο σεναριογράφος κάλυψε με αυτή την ιστορία και τους χαρακτήρες του MAGNUM FORCE. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα χεράκι στην τελική εκδοχή του σεναρίου το ‘πέρασε‘ και ο ανερχόμενος τότε σκηνοθέτης Michael Cimino που μερικά χρόνια αργότερα αφού μεγαλούργησε με τον σπουδαίο και διαχρονικό ‘Ελαφοκυνηγό’ του στην συνέχεια καταπλακώθηκε από τις ‘Πύλες’ της ίδιας του της μεγαλομανίας

Πάντως παρά το γεγονός ότι συμμετείχε στην συγγραφή του σεναρίου ο Milius είχε σοβαρές ενστάσεις όσον αφορά την επιλογή του Ted Post για την καρέκλα του σκηνοθέτη. Μάλιστα δεν δίστασε να δείξει την προτίμηση του στον Don Siegel όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να επιστρέψει. Σε μια φάση προτάθηκε στον Clint Eastwood να αναλάβει την σκηνοθεσία του MAGNUM FORCE όμως όταν και εκείνος αρνήθηκε ανέλαβε ο Ted Post. Πάντως μέχρι και σήμερα υπάρχουν φήμες που υποστηρίζουν ότι η σκηνοθεσία του φιλμ χρεώνεται περισσότερο στον Clint και τον τότε συνεργάτη του Buddy Van Horn που είχε εργαστεί και ως stunt double για λογαριασμό του στο παρελθόν!

Το γεγονός ότι και οι δυο τους κατέληξαν να σκηνοθετήσουν τις μετέπειτα ταινίες του franchise ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο…

Παρά τις όποιες ενστάσεις και τις φήμες το MAGNUM FORCE σε επίπεδο εικόνας φαντάζει ως ένα 44αρι MAGNUM έτοιμο να πυροβολήσει εν ψυχρώ προς κάθε κατεύθυνση !

Το φιλμ ακολουθεί μια σαφώς πιο ACTION και υπερβολική πορεία σε σχέση με τον , ωμό και ρεαλιστικό , προκάτοχο του. Και ναι τα φονικά και η βία σε καμία περίπτωση δεν διακρίνονται από την ίδια βαρύτητα είναι όμως όλα τους άκρως γαμάτα και απολαυστικά ενώ η πλοκή μας δίνει και ένα αρκετά ισχυρό plot twist προς το φινάλε όπου ο Harry Callahan αφού αντικρίσει κατάματα όλη την ‘βρώμα‘ και την ‘σαπίλα‘ που κρύβεται στις τάξεις της Αστυνομίας στην συνέχεια καλείται να κάνει τις σκληρές και κρίσιμες επιλογές του…

Παρά την σεναριακή προχειρότητα του το MAGNUM FORCE μας θέτει ένα εξαιρετικά βαρύ και κρίσιμο ερώτημα :

Αξίζει ένας άντρας να παραμείνει πιστός σε ένα σύστημα όταν αυτό φαντάζει ευάλωτο, προβληματικό και καμία φορά ολότελα διεφθαρμένο ?

Για τον ‘καθαρό‘ Harry Callahan του MAGNUM FORCE η απάντηση αποτελεί μονόδρομο και είναι ‘Διάολε ΝΑΙ και φυσικά αξίζει.’…όμως το πρόβλημα είναι ότι αυτή του η στάση έρχεται σε άμεση κόντρα με όλα όσα είδαμε μέσα σε μια πρώτη και σαφώς ανώτερη ταινία.

Σε επίπεδο ψυχαγωγίας πάντως αυτό το δεύτερο κεφάλαιο στέκεται στιβαρά στα πόδια του μέχρι και σήμερα. Εδώ το πιστολίδι έχει αντίκτυπο επάνω σου ενώ γινόμαστε μάρτυρες και ορισμένων εξαιρετικών καταδιώξεων ανάμεσα σε αμάξια και μοτοσικλέτες.

Πραγματικά βλέποντας σήμερα αυτή την ταινία ως θεατής θα νοσταλγήσεις εκείνες τις εποχές όπου οι σκηνές καταδιώξεων διακρίνονταν από δυναμισμό και θέαμα !

Δεν γίνεται να μην κάνουμε ιδιαίτερη μνεία και στις μουσικάρες του  Lalo Schifrin που ντύνουν με ύφος την ταλαίπωρη αλλά και σαγηνευτική πόλη του Σαν Φρανσίσκο.

Φυσικά και εδώ ο Harry Callahan μας χαρίζει αρκετούς λεκτικούς θησαυρούς που ειλικρινά ΔΕΝ χρειάζεται να είσαι ένας καυλωμένος και macho μπάτσος ώστε να τους αποστηθίσεις στην καρδιά σου :

  • A man’s got to know his limitations.
  • Nothing wrong with shooting as long as the right people get shot.
  • I asked if you knew where San Quentin is, and you do, don’t you asshole?”
  • Couldn’t have happened to a nicer bunch of guys.

Προφανώς όπως συμβαίνει πάντοτε στα sequels έτσι και εδώ έχουμε την επανάληψη της σήμα κατατεθέν ατακάρας της πρώτης ταινίας :

  • This is a .44 Magnum, the most powerful handgun in the world, and it could blow your head clean off. You’ve got to ask yourself one question, Do I feel lucky?

Άκρως απολαυστικοί κρίνονται και οι διάλογοι τύπου :

Harry Callahan: You know those guys?

Early Smith: They came through the Academy after me. They stick together like flypaper, you know? Everybody thought they were queer for each other.

Harry Callahan: Tell you something. If the rest of you could shoot like them, I wouldn’t care if the whole damn department was queer.

Η μεγάλη απογοήτευση πάντως συναντάται στο πρόσωπο του νέου συνεργάτη του Harry που εδώ λειτουργεί μονάχα ως ένα ακόμη θύμα που θα σπρώξει τον επιθεωρητή σε μια ακόμη προσωπική βεντέτα. Εξίσου απογοητευτικός φαντάζει και ο παλιός συνεργάτης του Harry τον οποίο γνωρίσαμε μέσα από το πρώτο φιλμ ως ‘χοντρό Frank DiGiorgio

Αν θυμάστε στο DIRTY HARRY o Callahan επάνω σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γλιτώσει από τον τότε ‘ψάρακα‘ και Μεξικανό συνεργάτη του ,Chico Gonzalez , είχε προτείνει στον Αρχηγό του τμήματος του να συνεργαστεί με τον ‘χοντρομπαλά‘ Frank DiGiorgio μιας και ‘κόλλαγαν τα χνώτα τους’ όμως ο Αρχηγός απέρριψε αμέσως και κατηγορηματικά αυτή την πρόταση ισχυριζόμενος ότι μια τέτοια συνεργασία θα αποτελούσε την ‘ύψιστη ντροπή για το σώμα‘ … Ω ναι ο τύπος σχεδόν σε ενθουσίαζε μπροστά στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας συνεργασίας !

Στο DIRTY HARRY οι Callahan και DiGiorgio ανταλλάζοντας μπινελίκια έδειξαν να έχουν μια σταράτη χημεία μεταξύ τους καθώς και οι δυο τους διακρίνονταν από ένα απόλυτο και εντελώς άξεστο machismo. Εδώ οι δυο αυτοί σκληροί μπάτσοι τα καταφέρνουν επιτέλους να συνεργαστούν όμως τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας κρίνονται ως εξαιρετικά απογοητευτικά…

Όπως και να χει τέτοιες μικρές λεπτομέρειες ελάχιστη σημασία φαίνεται να έχουν μιας και από το πρώτο κιόλας φιλμ μας είχε γίνει κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι ένας μπάτσος σαν τον ‘βρώμικο‘ Harry ΔΕΝ έχει την παραμικρή ανάγκη από συνεργάτες. Στο πλευρό του ακόμη και οι πιο σκληροί συνάδελφοι φαντάζουν απλά περιττοί και αναλώσιμοι !

Βγαίνοντας στις αίθουσες τον Δεκέμβρη του 1973 το MAGNUM FORCE κατέληξε να πυροβοληθεί εν ψυχρώ από την πλειοψηφία των κριτικών. Οι επικριτές του φιλμ επεσήμαναν το γεγονός ότι αυτή η συνέχεια δεν πρόσφερε τίποτε το ‘φρέσκο‘ ή το τολμηρό επάνω στην θεματολογία του DIRTY HARRY.

‘ Το πρόβλημα με το MAGNUM FORCE είναι ότι η νέα πλευρά του Harry την οποία απεικονίζει, εκείνη του πολέμιου του βιτζιλαντισμού , ποτέ δεν μας γίνεται πιστευτή εξαιτίας της εμμονής του να μοστράρει συνεχώς το 44αρι Magnum περίστροφο του λες και είναι ο φαλλός του. Ο νέος και ‘καθαρός’ Harry απλά δεν κάνει για την δουλεία. Αντίθετα ορισμένες από τις σκηνές δράσης του φιλμ τα καταφέρνουν μια χαρά.’

Η παραπάνω κριτική γράφτηκε στην Chicago Tribune από τον κριτικό Gene Siskel  και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του. H επιλογή των Ελλήνων μεταφραστών να αποδώσουν τον τίτλο της ταινίας ως ‘Ένα Μάγκνουμ 44 για τον Επιθεωρητή Κάλαχαν’ αποδείχτηκε ίσως υπερβολικά εύστοχη τότε…

Όπως και να χει οι όποιες αρνητικές κριτικές δεν είχαν την παραμικρή αξία ή σημασία όταν η ταινία κατέληξε να καπαρώσει πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια στο Box Office. Το γεγονός ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε και κάνα ‘ενοχλητικά απόλυτο’ φινάλε να την συνοδεύει έκανε το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί και μια τρίτη συνέχεια να φαντάζει ως ένα αναπόφευκτο και αναμενόμενο γεγονός.

Όμως το κεφάλαιο του THE ENFORCER θα το οπλίσουμε κάποια άλλη φορά…

Το MAGNUM FORCE πέρα από ένα εξαιρετικά στιβαρό και ψυχαγωγικό ACTION / THRILLER φιλμ κατέληξε να συμβολίζει και την προσπάθεια ενός υπέρμετρα πεισματάρη αστέρα να ‘καθαρίσει‘ την σπιλωμένη εικόνα του απέναντι όχι στο κοινό του αλλά σε άτομα που ελάχιστη εκτίμηση ή και κατανόηση έτρεφαν για εκείνη την πρώτη και σπουδαία ταινία.

Μέχρι και σήμερα αυτό το δεύτερο και ‘καθαρό‘, διάολε σχεδόν ‘αποστειρωμένο‘, κεφάλαιο αποτελεί την αγαπημένη ‘DIRTY HARRY’ ταινία του Clint Eastwood.

H ειρωνεία συναντάται στο γεγονός ότι όπως και να χει το MAGNUM FORCE λειτούργησε ως αντικείμενο έντονης κοινωνικοπολιτικής αντιπαράθεσης στην εποχή του. Η εμμονή του , συντηρητικού, στρατόκαυλου και ‘μισογύνη‘ , John Milius να γεμίσει την ιστορία της ταινίας του με άφθονα περίστροφα και σεκάνς στις οποίες οι μπάτσοι του μας δείχνουν τις ικανότητες τους στην σκοποβολή αποτέλεσε αφορμή για αρκετές αψιμαχίες όσον αφορά τα ‘μηνύματα‘ της ταινίας γύρω από την αστυνομική βία και την οπλοκατοχή.

Όπως και να χει η σκηνή με τον διαγωνισμό σκοποβολής μέχρι και σήμερα αποτελεί μια από τις κορυφαίες ολόκληρου του franchise.

Αλλά στην τελική η φήμη του MAGNUM FORCE στιγματίστηκε από ένα εξαιρετικά βίαιο έγκλημα το οποίο αν και διεξήχθη στην δική μας αληθινή κοινωνία εκείνη την εποχή έμοιαζε να είναι κατευθείαν βγαλμένο μέσα από το σκληρό και επικίνδυνο Σαν Φρανσίσκο του ‘βρώμικου‘ Harry…

To 1974 μια ομάδα από Καθάρματα εισέβαλε σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών , λίγο πριν αυτό κλείσει, και έπιασε μερικούς ομήρους τους οποίους βασάνισε ή και σκότωσε. Τρεις όμηροι πέθαναν , ένας επιβίωσε αλλά με ένα …στυλό καρφωμένο στο αυτί του και μια νεαρή γυναίκα βιάστηκε από τους δράστες. Οι όμηροι επίσης αναγκάστηκαν να καταπιούν μια ποσότητα από ένα διαβρωτικό καθαριστικό σιφονιών με αποτέλεσμα να υποστούν τρομαχτικά και επίπονα εγκαύματα. Το φριχτό περιστατικό, που διακρίνονταν από ρατσιστικές σκοπιμότητες, έμεινε στην ιστορία ως ‘The Hi-Fi Murders’. ΄Όταν οι αρχές συνέλαβαν τους φονιάδες εκείνοι ισχυρίστηκαν ότι αναζητούσαν μια ‘μοναδική μέθοδο φονικού’ και τελικά την βρήκαν μέσα σε μια σκηνή του MAGNUM FORCE

Έχω ξεκαθαρίσει πολλάκις την θέση μου και τον διαχωρισμό που κάνω ανάμεσα στην αρτιστική / ψυχαγωγική βία και την αληθινή βία που μαστίζει την κοινωνία μας. Το να επιρρίπτει κανείς τις ευθύνες γύρω από τις βίαιες , μοχθηρές και ανώμαλες πράξεις ενός ανθρώπου επάνω σε ένα έργο τέχνης μου φαίνεται εντελώς υποκριτικό και ανόητο. Να όμως που το MAGNUM FORCE εξελίχθηκε σε ένα ακόμη κινηματογραφικό θύμα αυτής της παράνοιας

Παρόλα αυτά το αποτρόπαιο αυτό περιστατικό συμβολίζει και την τελευταία φορά που μια ταινία του ‘Βρώμικου’ Harry θα προβλημάτιζε και θα δίχαζε μια ολόκληρη κοινωνία καθώς στην συνέχεια το franchise εξελίχθηκε / διαστρεβλώθηκε σε ‘φτηνό’ Exploitation (ακριβώς όπως όλες και οι συνέχειες που διαδέχτηκαν το DEATH WISH…)που πέραν της φτηνής του ψυχαγωγίας δεν είχε κάτι άλλο να πει ή να δείξει στο κοινό του.

H εποχή που ο Harry Callahan μπορούσε να στοχεύσει και να πυροβολήσει κοινωνικές συνειδήσεις , να προκαλέσει και να δημιουργήσει παροξυσμούς και αντιπαραθέσεις έφτανε στο τέλος της. Στο φινάλε τόσο ο αγαπημένος μας επιθεωρητής όσο και ο άντρας που τον ενσάρκωσε κατέληξαν κολλημένοι σε ένα Χολυγουντιανό σύστημα που ενώ πολλές φορές δεν βγάζει κανένα νόημα παρόλα αυτά ως θεατές και οπαδοί επιμένουμε να το ακολουθούμε ευλαβικά αδυνατώντας να αφήσουμε το ένδοξο παρελθόν του να ‘πεθάνει’ αλλά και με την ελπίδα ότι μια μέρα θα εμφανιστεί ένας δημιουργός που θα κατορθώσει να το αλλάξει…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: