MANHUNTER : Μπορούν οι ‘Δράκοι’ να ονειρεύονται ?

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘ It’s in his Dreams…’

To 1986, και παρά τις αντιρρήσεις του σκηνοθέτη Michael Mann , o παραγωγός Dino De Laurentiis πήρε την απόφαση να κυκλοφορήσει η ταινία του πρώτου με την ονομασία MANHUNTER , παρά το γεγονός ότι ήταν βασισμένη επάνω σε ένα βιβλίο με τον τίτλο RED DRAGON.

Ο παραγωγός ήταν πεπεισμένος ότι η λέξη ‘DRAGON‘ θα οδηγούσε το τότε κοινό στον συνειρμό ότι θα είχε να κάνει με μια ακόμη ταινία κουνγκ-φου , σαν και αυτές που έβγαζε τότε ο Bruce Lee, παρά με ένα θρίλερ που θα κινούνταν σε νεο-νουάρ ρυθμούς και θεματολογικά θα εστίαζε στην ψυχολογία τόσο του ντετέκτιβ του όσο και των ψυχοπαθών φονιάδων που εκείνος καλούνταν να βρει και να σταματήσει. To γεγονός ότι λίγο καιρό πριν το φιλμ YEAR OF THE DRAGON του μεγαλομανή σκηνοθέτη Michael Cimino φλόπαρε στο Box Office σίγουρα δεν βοήθησε ιδιαίτερα τον συνάδελφο του Michael Mann ώστε να υπερασπιστεί τον αρχικό τίτλο κόντρα σε εκείνον που του επέβαλλε ο παραγωγός του , και τον οποίο ο πρώτος χαρακτήρισε ως ‘κατώτερο‘.

Και όμως παρά την πεποίθηση του De Laurentiis αδιαμφισβήτητα υπήρχε ένας ‘Δράκος‘ μέσα στην πλοκή του MANHUNTER. Μονάχα που εκείνος ήταν βγαλμένος κατευθείαν μέσα από τον ονειρόκοσμο του William Blake.

Στην νουβέλα με τίτλο RED DRAGON, του συγγραφέα Thomas Harris , οι χαρακτήρες φαντάζουν ως οι κάτοικοι κάποιου αιματοβαμμένου ονείρου . Ένας από τους χαρακτήρες καλείται να αντικρίσει με την φαντασία του την αχαλίνωτη φαντασίωση ενός άλλου . Μια φαντασίωση που περιστρέφεται συνεχώς γύρω από μια πολυπόθητη μεταμόρφωση που θα τον βοηθήσει να αποτινάξει από επάνω του τα κατάλοιπα ενός επίπονου παρελθόντος . Ένα παρελθόν που τον έκανε επί χρόνια ολόκληρα να νιώθει κατώτερος , αδύναμος και θύμα όμως να που ήρθε η ώρα να αλλάξει ριζικά όλο αυτό. Ο άντρας αυτός μπαίνει σε μια διαδικασία εξέλιξης η οποία θα τον μεταμορφώσει σε έναν πανίσχυρο ‘Δράκο‘. Όμως οι δράκοι παρά το μεγαλείο και την επιβλητική τους ομορφιά στην τελική ποτέ τους δεν παύουν να είναι τέρατα. Και κάπως έτσι και ο άντρας αυτός καταλήγει να λειτουργεί ως ένα ‘τέρας‘.

Ανάμεσα στον παρατηρητή και τον ‘Δράκο‘ συναντάμε και έναν τρίτο άντρα που εδώ λειτουργεί ως ο ‘Μορφέας‘ που ενώ επίσης παρατηρεί την εξέλιξη του ονείρου παράλληλα δεν διστάζει να κινεί και ορισμένα από τα νήματα που θα καθορίσουν την κατάληξη του.

Στο MANHUNTER o Michael Mann έστησε αυτό το όνειρο και επιστρατεύοντας μαεστρία αλλά και σαδισμό φρόντισε ώστε εμείς ως θεατές να μην μείνουμε απλοί παρατηρητές του αλλά να βρεθούμε ακριβώς μέσα του και στο πλευρό των ολότελα διαταραγμένων χαρακτήρων του…

‘Didn’t you feel so bad because killing him felt so good? And why shouldn’t it feel good? It must feel good to God. He does it all the time. God’s terrific. He dropped a roof on 34 of His worshipers last Wednesday night as they were groveling through a hymn to His majesty. Don’t you think that felt good ?’

Ως θρίλερ το MANHUNTER στοχεύει κυρίως στη απόδοση μια αμήχανης ατμόσφαιρας παρά στην απροκάλυπτη απεικόνιση του ακραίου τρόμου. Ο σκηνοθέτης του καταφεύγει στην φωτογραφία, τους ευρηματικούς χρωματισμούς, την μουσική και τις ασυνήθιστες ερμηνείες ώστε να συνταράξει τον θεατή και δεν βολεύεται στο κλισέ αιματοκύλισμα. Παρόλα αυτά οι, λιγοστές, βίαιες σκηνές του φιλμ ζέχνουν από φρίκη και πόνο. Όμως εκείνες οι σεκάνς που σε ‘πονάνε‘ περισσότερο μεταφράζονται σε σκηνικά εγκλημάτων τα οποία έχουν εκτυλιχθεί πριν η κάμερα του σκηνοθέτη προλάβει να εισβάλλει σε αυτά ώστε να τα αναλύσει και να πασχίσει να τους δώσει μια ‘λογική‘ ερμηνεία.

Πάντως ύστερα από τόσα χρόνια ο πιο γνήσιος τρόμος εξακολουθεί να πηγάζει μέσα από τους τρεις κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας του Mann και συγκεκριμένα όχι τόσο από τις αποτρόπαιες πράξεις τους όσο από τις ακόμη πιο αποτρόπαιες σκέψεις τους.

Στο MANHUNTER ακόμη και ο καλός μπάτσος που αναλαμβάνει να διαλευκάνει τις δολοφονίες και να τιμωρήσει τους ενόχους φαντάζει ως μια μόνιμη πηγή παράνοιας και κινδύνου…

‘Τhe reason you caught me is that we’re just alike.’

O Will Graham , τον οποίο υποδύεται ο William Petersen, εξαρχής μας φανερώνει ότι είναι στην φύση του να προστατεύει τους αδύναμους και τους ευάλωτους καθώς τον βλέπουμε να χτίζει στην αυλή του, παραλιακού, σπιτιού του έναν φράχτη που θα προστατεύσει τις χελώνες της παραλίας από τα καβούρια που τις λιγουρεύονται.

Όμως καθώς η πλοκή προχωρά αρχίζουμε να διακρίνουμε και μια άλλη πλευρά της φύσης αυτού του άντρα…

Ο Will εδώ αποφασίζει να βγει από την απόσυρση του και να συνεργαστεί ξανά με το FBI ώστε να σταματήσουν την δράση ενός Serial Killer που οι φυλλάδες της εποχής τον έχουν βαφτίσει ως ‘Tooth Fairy‘ εξαιτίας της συνήθειας του να αφήνει σημάδια από τις δαγκωματιές του επάνω στα θύματα του , που απαρτίζονται από οικογένειες.

Όντας ‘σκουριασμένος‘ όσον αφορά την επίλυση τέτοιων υποθέσεων ο μπάτσος θα ζητήσει τις συμβουλές ενός ψυχίατρου που στο παρελθόν τον βοήθησε να διαλευκάνει την μεγαλύτερη υπόθεση της καριέρας του.

Το όνομα του γιατρού είναι Hannibal Lecktor και αυτόν τον καιρό τυγχάνει να είναι έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα μιας και στο παρελθόν αποκαλύφθηκε ότι και ο ίδιος ήταν ένας κατά συρροήν φονιάς που σκότωνε τα θύματα του με τους πιο φριχτούς τρόπους…

O Hannibal εξιτάρεται από την επίσκεψη του Will παρά το γεγονός ότι ήταν εκείνος που τον έβαλε μέσα σε ένα κελί. Πίσω από τα κάγκελα αυτού του κελιού ο άντρας αυτός φαντάζει σαν ένα αλυσοδεμένο κτήνος που προσπαθεί να ταράξει τα υποψήφια θηράματα του επιστρατεύοντας ένα σαρδόνιο χιούμορ και μια γνήσια κακία. Το αγχωτικό της υπόθεσης είναι ότι ποτέ του δεν δείχνει να χάνει την ψυχραιμία του. Διάολε δεν υψώνει καν την ένταση της φωνής του…

Ως ένας έμπειρος και ικανός ψυχίατρος ο Hannibal διακρίνει μέσα στον Will Graham μια έμφυτη επιθυμία για φονικό η οποία δεν διαφέρει και τόσο πολύ από εκείνη του φονιά που αναζητεί αλλά και εκείνου του ίδιου.

‘We don’t invent our natures; they’re issued to us, along with our lungs and pancreas and everything else. Why fight it?’

Αυτή η διάγνωση του γιατρού εξηγεί απόλυτα την ικανότητα που έχει ο μπάτσος να ‘μπαίνει στο μυαλό‘ των φονιάδων στις υποθέσεις που αναλαμβάνει κατά καιρούς. Επίσης είναι και το σημείο όπου ως θεατές θα αρχίσουμε να ανησυχούμε για την εξέλιξη του χαρακτήρα που μέχρι πρότινος τον θεωρούσαμε ως τον ‘ήρωα‘ της ιστορίας…

Ο Brian Cox ενσάρκωσε τον , εμβληματικό πλέον, φονιά του Thomas Harris με τόση ωμότητα αλλά και αποτελεσματικότητα που μέσα από την ολιγόλεπτη παρουσία του κατορθώνει να μας βυθίσει σε ένα κλίμα απόλυτης αμφισβήτησης και αμφιβολίας. Βλέποντας τον να παίζει σαδιστικά mindgames με τον Will Graham και αργότερα με άνετο τρόπο να οργανώνει την πιθανή δολοφονία ολόκληρης της φαμίλιας του πραγματικά δεν μπορείς παρά να μην τρομοκρατηθείς στην θεα του. Εδώ ο Mann μας δείχνει μονάχα μικρά κομμάτια από την αιμοβόρα φύση ενός ‘κτήνους‘ που κινείται μασκαρεμένο ανάμεσα μας ως ένας ιντελέκτουαλ επιστήμονας.

Μπορεί στις μέρες μας ο Anthony Hopkins να είναι εκείνος που μνημονεύεται ότι μας έδωσε τον πιο απειλητικό και έξυπνο ψυχασθενή / φονιά της ιστορίας του κινηματογράφου όμως για μένα η εκδοχή του Hannibal Leckter που μας παρουσιάζει εδώ ο Cox είναι κλάσης ανώτερη. Ναι ο Hannibal του Hopkins είναι ένας υπέρμετρα γαμάτος κινηματογραφικός κακός όμως στα μάτια μου ποτέ δεν έπαυε να φαντάζει ως ακριβώς αυτό :

Ένας γαμάτος αλλά μυθοπλαστικός χαρακτήρας του σινεμά.

Από την άλλη ο αντίστοιχος του Cox ‘ζέχνει‘ σκληρό και αποτρόπαιο ρεαλισμό από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Μπορώ να φανταστώ έναν ψυχοπαθή φονιά όπως είναι ο Hannibal του Cox να κυκλοφορεί μέσα στην κοινωνία μας έστω και αν προτιμώ να αποφεύγω να κάνω μια τόσο μακάβρια και αγχωτική σκέψη…

Όμως όπως είπαμε και στον πρόλογο εδώ ο Hannibal λειτουργεί ως ο ‘Μορφέας‘ που θα σπρώξει τον αμφιλεγόμενο ήρωα μας στο μονοπάτι που θα τον οδηγήσει στο πιο δραστήριο ‘τέρας‘ της πλοκής.

Επιστρατεύοντας μια εξίσου ευρηματική , με τον δικό του τρόπο, ερμηνεία ο ηθοποίος Tom Noonan χάρισε σε αυτό το ‘τέρας‘ σάρκα, οστά και γενικότερα ένα επιβλητικό αλλά και εξαιρετικά εκκεντρικό παρουσιαστικό.

Στο MANHUNTER ο ‘Δράκος‘ των Noonan και Mann πολύ ύπουλα ισοροπεί ανάμεσα στο θνητό και το αδύναμο αλλά και το αμείλικτο και το κτηνώδες…

Αντίθετα με το αχρείαστο, ευτυχώς όχι και παντελώς αποστειρωμένο, remake του 2002 εδώ ο Mann αρνείται πεισματικά να προβεί σε φτηνό Exposition το οποίο θα πασχίσει να ‘δικαιολογήσει‘ τις αδικαιολόγητα φριχτές πράξεις του ‘Δράκου‘ του.

Ακόμη και όταν ο ερευνητής Will Graham ερμηνεύει την πηγή του κακού και πάλι ποτέ του δεν θα το δικαιολογήσει ή θα το υπερασπιστεί :

Agent Jack Crawford FBI:
You feel sorry for him.

Will Graham:
As a child, my heart bleeds for him. Someone took a little boy and turned him into a monster. But as an adult… as an adult, he’s irredeemable. He butchers whole families to fulfill some sick fantasy. As an adult, I think someone should blow the sick fuck out of his socks.

Ο Mann στήνει μια αιθέρια σύνδεση ανάμεσα στον μπάτσο και τους δυο φονιάδες του (διάολε ο Graham σε μια φάση αρχίζει να αποκαλεί τον ‘Tooth Fairy’ ως ‘my man‘ λες και είναι το φιλαράκι του…) ώστε να θίξει ένα κρίσιμο ερώτημα ενώ ταυτόχρονα εξερευνά την διττότητα της θνητής μας φύσης :

Είμαστε όντως αυτοί που είμαστε ή εξελισσόμαστε μέσα από την πορεία μας σε αυτόν τον κόσμο ?

Δες από την μια τον Will. Ένας οικογενειάρχης που για να μπορέσει να πιάσει ένα ‘τέρας‘ επιλέγει να κάνει την κατάβαση του σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη Άβυσσο και που μπορεί να επιφέρει τρομερές επιπτώσεις τόσο επάνω στον ίδιο όσο και στα πρόσωπα που αγαπά. Και από την άλλη έχουμε ένα ‘τέρας‘ που παρά τις σκληρές πράξεις και το αφύσικο παρουσιαστικό του ξαφνικά μας φανερώνει την επιθυμία του για μια φυσιολογική και όμορφη ζωή. Μονάχα που στο τέλος η ψυχασθένεια και οι εμμονές του δεν του επιτρέπουν να την διεκδικήσει. Σε μια στιγμή είναι λες και ο χαρακτήρας του Noonan ‘σαμποτάρει‘ από μόνος του κάθε προοπτική γαλήνης και ευτυχίας για εκείνον μόνο και μόνο ώστε να μπορέσει να βρει την δικαιολογία να ‘εξελιχθεί σε Δράκο’, σε έναν ‘υπεράνθρωπο‘ που θα είναι παντελώς άτρωτος απέναντι στην σκληράδα του κόσμου μας. Μια σκληράδα την οποία έχει βιώσει από πρώτο χέρι όταν ήταν ακόμη παιδί…

Στο ενδιάμεσο αξίζει να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία και στον , παντελώς αγνώριστο εδώ, Stephen Lang που ενσαρκώνει τον παπαράτσι Freddy Lounds και που αποτελεί τον ορισμό του ‘γλίτσα‘…

Η εκκεντρική φυσιογνωμία και το ψηλόλιγνο παρουσιαστικό του Noonan, σε συνδυασμό με την περίεργη φάτσα του, κάνουν τον φονιά από την μια να φαντάζει απόλυτα θνητός όμως από την άλλη να εκπέμπει μια σχεδόν απόκοσμη απειλή. Ως αγόρι ο φονιάς βασανίστηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό που στην συνέχεια έπεισε τον εαυτό του ότι πρέπει να μεταμορφωθεί σε κάτι το άφθαρτο και το επιβλητικό και τώρα θέλει να μεταμορφώσει και τους ανθρώπους γύρω του σε κάτι το διαφορετικό, σε κάτι που θα μπορέσει επιτέλους να διακρίνει την μοναδικότητα του , να την αποδεχτεί και να την ποθήσει, καταφεύγοντας σε ακόμη πιο σκληρές πράξεις. O χαρακτήρας του είναι θύμα και αρπακτικό ταυτόχρονα. Ιδού ένα κακό που δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι κυκλοφορεί σε καθημερινή βάση ανάμεσα μας αλλά αν τελικά πιστέψουμε ότι ένα τέτοιο κακό δεν μπορεί όντως να υπάρξει στην κοινωνία μας ε τότε απλά βρισκόμαστε σε μια επικίνδυνη πλάνη.

Όταν τελικά μπάτσος και φονιάς θα βρουν ο ένας τον άλλον το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μεταφράζεται σε ένα απόλυτο αιματοκύλισμα. Ένα μακελειό που εκτυλίσσεται υπό τους ήχους του ψυχεδελικού άσματος In-A-Gadda-Da-Vida και που ενώ ξεκινά σαν μια ονειρική μυσταγωγία στην συνέχεια εξελίσσεται σε κάτι το εξαιρετικά άμεσο , ρεαλιστικό και ωμό…

O Mann επιστρατεύει τα ψυχεδελικά και Synth ακούσματα του ώστε να δώσει μια ονειρική / εφιαλτική αίσθηση στις σκηνές του και το κάνει υπέροχα αυτό. Εδώ ο σκηνοθέτης λειτουργεί σαν ένας αφηρημένος ζωγράφος αλλά ταυτόχρονα είναι εξίσου μεθοδικός με τον φονιά του.

Η υπέροχη ειρωνεία στην όλη υπόθεση συναντάται στο γεγονός ότι και τα δυο ‘τέρατα’ του MANHUNTER, τόσο ο ‘Δράκος‘ όσο και ο ‘ψυχίατρος‘, ελάχιστη αγάπη ένιωσαν απέναντι στους ρόλους που καλούνταν να φέρουν εις πέρας. Ο Noonan για να μπει στο σκληρό πετσί του ‘Δράκου‘ του μελέτησε τα εγκλήματα και τις συμπεριφορές γνήσιων Serial Killers όμως ένιωσε τόσο αηδιασμένος από αυτά που αποφάσισε να παίξει τον χαρακτήρα του ως έναν παραπλανημένο άντρα που πίστευε ότι μέσα από τα εγκλήματα του βοηθούσε τα θύματα του αντί να τα βλάπτει. Πάντως ο σαδιστής σκηνοθέτης μάλλον δεν του επέτρεψε να βγάλει αυτή την αίσθηση απέναντι στην κάμερα. Στον αντίποδα ο Brian Cox στο παρελθόν έχει εκφράσει δημοσίως την απαξίωση του απέναντι στον ρόλο του αλλά και την ταινία γενικότερα χαρακτηρίζοντας τα ‘άνοστα‘ και ‘κακόγουστα‘.

Ο Petersen πάλι για να μπει στον διττό και πονεμένο ψυχισμό του μπάτσου του απευθύνθηκε σε αληθινούς πράκτορες του FBI και μελέτησε αρκετές από τις πιο βίαιες υποθέσεις τους. Ένας από αυτούς , όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον ηθοποιό, του εξομολογήθηκε ότι ορισμένες από τις πιο ακραίες υποθέσεις δεν γίνεται απλά να τις ‘ξεχάσεις‘ ενώ επιστρέφεις στο σπίτι :

‘ Στο τέλος της ημέρας γυρνάς σπίτι και παραμένεις ένας απλός μπάτσος. Όμως υπάρχει και ένα τίμημα εις βάρος σου’.

Το βάρος αυτού του τιμήματος ο Petersen το κουβάλησε με απόλυτη επιτυχία μιας και στο MANHUNTER παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία και μας δίνει έναν χαρακτήρα που αποτελείται από πολλές ενδιαφέρουσες στρώσεις όσον αφορά την φύση του. Σε μια σκηνή ο Graham βρίσκεται σε ένα αεροπλάνο και μελετά τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τα αποτρόπαια εγκλήματα του φονιά που αναζητεί. Καθώς τον παίρνει ο ύπνος ένα μικρό κοριτσάκι που βρίσκεται ακριβώς δίπλα του κατορθώνει να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο υλικό. Στην συνέχεια προφανώς και αρχίζει να ουρλιάζει μην αντέχοντας το μακάβριο θέαμα. Ο Graham ξυπνά και μαζεύει τις φωτογραφίες με απόλυτη ψυχραιμία όμως μέσα του φαίνεται να συλλογίζεται το παράδοξο της κατάστασης στην οποία έχει μπλέξει αλλά και του επαγγέλματος που επέλεξε για τον εαυτό του :

Ιδού ένας άντρας που μπορεί να μπει απόλυτα στις φριχτές φαντασιώσεις ενός φονιά, επειδή πιθανότατα κάπου μέσα του κρύβονται παρόμοιες παρορμήσεις, και παράλληλα δίνει όλο του το είναι ώστε να φροντίσει να διατηρηθεί η ακεραιότητα αλλά και η αθωότητα συνανθρώπων του όπως είναι το κοριτσάκι που εκείνη την στιγμή κλαίει και ουρλιάζει δίπλα του…

Βγαίνοντας στις αίθουσες τον Αύγουστο του 1986 το MANHUNTER απέτυχε να φέρει το κοινό στις αίθουσες. Το σινεφίλ κοινό απλά δεν ήταν έτοιμο τότε να αντικρύσει μια τόσο ρεαλιστική φρίκη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από την χλιαρή υποδοχή που γνώρισε ένα άλλο cult και παρόμοιας θεματολογίας φιλμ με τίτλο HENRY : Portrait of a Serial Killer το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.

Στα μέσα των 80s σκηνοθέτες όπως οι Mann και John McNaughton συνέθεταν τα ρεαλιστικά και σκατόψυχα πορτραίτα εκείνων των φονιάδων που ξεβράζονταν κατευθείαν μέσα από τις πιο σκοτεινές πτυχές της κοινωνίας μας όμως ελάχιστοι λογικοί άνθρωποι τόλμησαν να τα μελετήσουν και να πασχίσουν να τα ερμηνεύσουν.

Όπως και να χει με τα χρόνια το MANHUNTER εξελίχθηκε σε ύψιστη επιρροή για δημοφιλέστατες σειρές τύπου CSI λόγω της απεικόνισης που έκανε στην επιστήμη της ιατροδικαστικής και της εγκληματολογίας. Εντελώς ειρωνικά τέτοιες σειρές σχεδόν ποτέ δεν επιτυγχάνουν να μας δώσουν ρεαλιστικά προφίλ των φονιάδων τους…

Ο Mann δεν ανακάλυψε τον τροχό επάνω στην κινηματογραφική απεικόνιση της έρευνας εγκλημάτων όμως με το σκηνοθετικό του στιλ την ανέβασε αρκετά επίπεδα ενώ ήταν και από τους πρώτους δημιουργούς που μοίρασαν στα ίσα τον χρόνο που έπαιρνε ένας μπάτσος και ένας εγκληματίας μέσα σε ένα φιλμ. Η απεικόνιση που έκανε ο Petersen στον χαρακτήρα του άλλαξε ριζικά τον τρόπο που θα αντιλαμβανόμασταν τους κινηματογραφικούς πράκτορες του FBI και σειρές όπως τα λατρεμένα X-FILES οφείλουν πολλά στον πρωταγωνιστή και την μέθοδο που επιστράτευσε εδώ.

Τόσο η ερμηνεία του Petersen όσο και η σκηνοθεσία του Mann δέχτηκαν έντονη κριτική από τους ειδήμονες της εποχής καθώς βρήκαν την ερμηνεία του πρώτου ‘αμφιλεγόμενη‘ και ‘απόμακρη‘ ενώ τους ξένισαν και οι χρωματικές παλέτες και τα αρτιστικά πλάνα του Mann.

Σήμερα όλα αυτά μνημονεύονται ως σημαντικά κομμάτια της φιλοσοφίας και της αισθητικής του νεο-νουάρ σινεμά και εξασφαλίζουν στο MANHUNTER την σφραγίδα / παράσημο του Cult φιλμ.

Στο φινάλε του MANHUNTER ο μπάτσος κατορθώνει να ξετυλίξει το κουβάρι και να βρει την άκρη του νήματος. Συναντά επιτέλους τον φονιά και τον σταματά εγκαίρως , πριν προλάβει να αφήσει πίσω του ένα ακόμη θύμα. Και την κρίσιμη στιγμή ο Will Graham φαίνεται να κατορθώνει να σφάξει στον ‘Δράκο‘ που κουβαλά και εκείνος στα σπλάχνα και στο υποσυνείδητο του.

Καθώς επιστρέφει στο σπίτι και την οικογένεια του ο γιος και η γυναίκα του τον ρωτάνε πόσες από τις χελώνες τα κατάφεραν τελικά να επιβιώσουν…

‘Most of them. Most of them made it…’

Αυτή είναι η στιγμή που ο Will Graham επιτέλους ανακαλύπτει τι άντρας είναι. Αν είναι ένας ‘Δράκος‘ ή ένας ‘προστάτης‘. Ο Will το ξέρει ότι στον κόσμο που ζούμε, στην προβληματική κοινωνία που έχουμε χτίσει ποτέ και κανείς μας δεν θα είναι απόλυτα ασφαλής από τα αρπακτικά που κυκλοφορούν και καραδοκούν ανάμεσα μας. Όπως και να χει θα κάνει ότι περνάει από το χέρι του ώστε να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί…

Παρά όλη του την σκατοψυχιά και την φρίκη στο φινάλε του MANHUNTER o Michael Mann μας δίνει μια ανέλπιστη αίσθηση γαλήνης η οποία αποδίδεται μέσα από μπλε και φωτεινούς χρωματισμούς. Μια ιδανική και χτυπητή αντίθεση σε σχέση με τους πράσινους και νέον φωτισμούς που εντοπίζουμε γύρω από τον ‘Δράκο‘ της ιστορίας του.

Ναι το σκοτάδι πάντοτε θα μας κυκλώνει αλλά όσο έχουμε την δύναμη, την τόλμη και την αποφασιστικότητα να υπερασπιζόμαστε σθεναρά τα ‘μπλε‘ κομμάτια της ζωής μας τότε τα όνειρα για κάτι το καλό και το όμορφο θα εξακολουθούν να υπάρχουν.

Στο φινάλε του MANHUNTER o Will Graham τολμά επιτέλους να ονειρευτεί.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: