Winter Light : Θλίψη πιο βαριά και από τον Σουηδικό χειμώνα μέσα στα μάτια του Max Von Sydow…

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘ Why do we have to go on living ? ‘

Το πρωταρχικό και διαχρονικό ερώτημα γύρω από την ύπαρξη και την ζωή μας είναι ένα :

‘ Γιατί υπάρχουμε σε αυτόν τον κόσμο ? ‘

Και κατά συνέπεια έρχεται και το δεύτερο , και εξίσου βαρύ, ερώτημα του ‘ γιατί πρέπει να συνεχίζουμε να υπάρχουμε ?‘.

Στο Winter Light , του 1963, ο σκηνοθέτης Ingmar Bergman μελετά αυτό το δεύτερο ερώτημα και πασχίζει να δώσει μια απάντηση και στις προσωπικές του απορίες γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και την πίστη σε κάτι το ανώτερο.

Το βασικό ζήτημα που απασχολεί εδώ τον σπουδαίο, και μονίμως ανήσυχο , σκηνοθέτη είναι αν τελικά η ύπαρξη ή όχι του ‘ Θεού‘ παίζει όντως κάποιον ρόλο απέναντι στην επιθυμία μας για περισσότερη ζωή ή την ολική έλλειψη της ίδιας επιθυμίας μέσα από την ψυχή και τα σωθικά μας…

Στο Winter Light παρακολουθούμε έναν πάστορα (Gunnar Bjornstrand) να επιμένει μάταια αλλά πεισματικά να ασκήσει το επάγγελμα / λειτούργημα του παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποφέρει πλέον από την έλλειψη πίστης.

Ο άντρας αυτός αναλαμβάνει ρόλο συμβούλου και καθοδηγητή απέναντι στο ποίμνιο του όμως πραγματικά που μπορεί να σε φτάσει ένας ‘ οδηγός‘ όταν εκείνος αδυνατεί πια να διακρίνει ξεκάθαρα το ‘φωτεινό μονοπάτι’ που ακολουθούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ?

Εδώ ο ιερέας αρχίζει να θεωρεί ότι το μεγαλύτερο μαρτύριο του Ιησού προήλθε από την συνειδητοποίηση του ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε επάνω στον σταυρό και ακριβώς έτσι νιώθει και εκείνος.

Ένα απόγευμα και καθώς ο ιερέας τελειώνει την καθιερωμένη του λειτουργία, μια λειτουργιά που πλέον δεν φαίνεται να έχει κάποια αληθινή αξία ή σημασία τόσο για τον ίδιο όσο και για το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της κωμόπολης του, το ζευγάρι των Persson’s θα τον προσεγγίσει και θα ζητήσει την βοήθεια και την καθοδήγηση του.

O Jonas Persson ( Max Von Sydow) είναι ένας άντρας που στο άκουσμα της είδησης ότι οι Κινέζοι πασχίζουν να φτιάξουν μια ατομική βόμβα πέφτει σε βαριά κατάθλιψη και αρχίζει να εμφανίζει τάσεις αυτοκτονίας. Η σύζυγος του θορυβείται από την συμπεριφορά του και ζητά από τον ιερέα να ‘θεραπεύσει‘ τον άντρα που εκείνη αγαπά.

Ο πάστορας δέχεται να αναλάβει αυτή την τεράστια ευθύνη έστω και αν ο ίδιος καμία ελπίδα δεν τρέφει μέσα του για την μοίρα τόσο της ανθρωπότητας όσο και της δικής του της ύπαρξης…

Η σεκάνς όπου ο πάστορας πασχίζει να καθοδηγήσει και να δώσει ‘ ελπίδα‘ σε έναν αυτοκτονικό συμπολίτη του είναι ίσως ότι πιο κωμικοτραγικό έχει συνθέσει ο Bergman σε ολόκληρη την σπουδαία καριέρα του.

Ιδού ένας ιερέας που ενώ έχει χάσει τόσο την πίστη του όσο και την θέληση του για ζωή να προσπαθεί να προσδώσει αυτά τα δυο σε έναν άνθρωπο που τα έχει χάσει και ο ίδιος. Μονάχα που αντίθετα με τον ιερέα ο δεύτερος δεν φοβάται να αποκαλύψει το απόλυτο κενό που κουβαλά μέσα του. O ‘ενθαρρυντικός λόγος’ που δίνει ο ιερέας στον Jonas είναι , ίσως, ότι πιο κυνικό και πεσιμιστικό έχω ακούσει σε ταινία. Ο πάστορας δίνει ένα διάγγελμα στο οποίο ξεκάθαρα δεν πιστεύει ούτε και ο ίδιος και ο άντρας που βρίσκεται απέναντι του το αντιλαμβάνεται απόλυτα αυτό καθώς διακρίνει στο βλέμμα του ακριβώς το ίδιο κενό που έχει και εκείνος μέσα του.

Προφανώς και η ‘καθοδήγηση‘ που προσφέρει ο πάστορας στο ‘ χαμένο πρόβατο’ δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα…

H κατάθλιψη , ο πόνος , η ματαιότητα και το απόλυτο υπαρξιακό αδιέξοδο αποκτούν θνητή και σαρκική υπόσταση στα πρόσωπα τον Bjornstrand και Sydow με αδιανόητα μεθοδικό τρόπο. Εδώ τόσο ο πάστορας όσο και το ‘πρόβατο‘ φαντάζουν εξαρχής χαμένα και δίχως την παραμικρή ελπίδα σωτηρίας. Ειδικά στα μάτια του Max Von Sydow διακρίνεις μια θλίψη που φαντάζει πιο ασήκωτη και από τον αμείλικτο χειμώνα της Σουηδίας…

Στον αντίποδα ο Bjornstrand κάνει άρτια δουλειά στο να αποδώσει έναν ιερέα που εδώ καλείται να αντιμετωπίσει πολλά από τα υπαρξιακά διλήμματα που παραδοσιακά συναντώνται στα έργα του Bergman :

Η αδυναμία μας να βρούμε την αγάπη , να ακούσουμε τον Θεό και να νικήσουμε τον Θάνατο προκαλούν αναπόφευκτες και φυσιολογικές σκέψεις που δεν μπορούν να μην μας αφήσουν ανεπηρέαστους…

Αρχικά ο Bergman είχε χρίσει το Winter Light ως το κεφάλαιο μιας ‘ τριλογίας‘ του που θα συμπληρώνονταν από τα Through a Glass Darkly και The Silence φιλμ του. Και οι τρεις ταινίες θεματολογικά επικεντρώνονται σε πνευματικά ζητήματα. Σύμφωνα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη το, σχιζοφρενικό και απίστευτα βαρύ, Through a Glass… ‘ κατέκτησε την βεβαιότητα’, με το Winter Light ‘ διείσδυσε σε αυτή την βεβαιότητα’, ενώ με το The Silence μας έδωσε το ‘ αρνητικό αποτύπωμα’ των δυο προηγούμενων ταινιών μιας και σε αυτό το κεφάλαιο ‘έριξε τον Θεό στην απόλυτη σιωπή‘…

Αργότερα πάντως ο Bergman ανακάλεσε την όλη ιδέα μιας ‘τριλογίας‘. Στο Through a Glass…ο σκηνοθέτης τελείωνε την ιστορία του με μια σκηνή όπου δυο χαρακτήρες του καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ‘ η αγάπη είναι ο Θεός’ όμως στο Winter Light ο Bergman δείχνει να έχει τελικά έντονες αμφιβολίες σχετικά με το αν η έννοια του Θεού μπορεί να ερμηνευτεί με έναν τόσο απλοϊκό τρόπο.

Προφανώς τόσο λόγω της βαριάς και σύνθετης θεματολογίας του όσο και του χαρακτηριστικού ύφους του σκηνοθέτη το Winter Light λειτουργεί ως ένα δραματικό φιλμ. Και όμως παρά όλο το συναισθηματικό και οπτικό ‘βάρος’ η ταινία αυτή περιλαμβάνει μέσα της και ορισμένες εξαιρετικά καυστικές στάλες μαύρης κωμωδίας. Σε μια φάση που ο ‘χαμένος‘ και καταθλιπτικός ιερέας προβαίνει σε ένα απόλυτο υπαρξιακό ξέσπασμα, μπροστά στα μάτια της πρώην ερωμένης του, εκείνη τον προτρέπει να πάρει μια…ασπιρίνη ώστε να νιώσει καλύτερα !

Ο Begman επιστρατεύει την κωμωδία και την παντρεύει με το δράμα ώστε να απογυμνώσει τις κλισέ έννοιες της πίστης και της αγάπης. Βγάζει από αυτές το καλογυαλισμένο κινηματογραφικό περιτύλιγμα με το οποίο έχουμε συνηθίσει να τις βλέπουμε στο πανί και αφήνει μπροστά μας μονάχα την γυμνή ουσία τους.

Όσον αφορά το σενάριο και την θεματολογία ο σκηνοθέτης τα εμπνεύστηκε όταν μια μέρα, στα τέλη των 50s, καθώς βολτάρανε μαζί με την τότε γυναίκα του, έπεσαν επάνω στον ιερέα της ενορίας τους και αποφάσισαν να του πουν ένα ‘γεια‘. Τότε έμαθαν από εκείνον ότι ο πατέρας μιας νεαρής μαθήτριας μόλις είχε αυτοκτονήσει και ότι τις μέρες που προηγήθηκαν ο ιερέας είχε αρκετές συνεδρίες μαζί του που όμως , όπως αποδείχθηκε εκ του τραγικού αποτελέσματος, δεν είχαν κάποιον θετικό αντίκτυπο επάνω στον θανόντα.

Η ιστορία του Winter Light αναπτύχθηκε περαιτέρω όταν ο σκηνοθέτης έψαχνε τοποθεσίες και εκκλησίες ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως σκηνικά. Μάλιστα ζήτησε από τον πατέρα του να τον συνοδέψει σε αυτή την διαδικασία. Σε μια από αυτές τις εκκλησίες εκείνη την μέρα έτυχε ο αρμόδιος ιερέας να είναι βαριά άρρωστος και σχεδίαζε να ακυρώσει την καθιερωμένη λειτουργιά. Στο άκουσμα ενός τέτοιο ενδεχόμενου ο μπαμπάς Bergman, όντας αυστηρός Λουθηρανός και πάστορας, σηκώθηκε , φόρεσε τα ράσα του και βοήθησε τον συνάδελφο του να βγάλει την λειτουργία ! Στο μυαλό του Bergman του πρεσβύτερου η λειτουργία ήταν κάτι το ‘ιερό‘ και το οποίο ‘έπρεπε‘ να γίνει ασχέτως του πως ένιωθε κανείς.

Η εικόνα αυτή του πατέρα μεταφέρθηκε από τον γιο στην ταινία του μιας και στο φιλμ βλέπουμε έναν πάστορα που είναι αποφασισμένος να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του απέναντι στο ποίμνιο του έστω και αν μας είναι ευδιάκριτο ότι δεν είναι σε θέση να το κάνει με το πάθος και την προσήλωση που απαιτεί μια τέτοια δουλειά.

Ο Bjornstrand πραγματικά έδωσε όλο του το είναι στον ρόλο του ψυχικά κλονισμένου πάστορα ενώ το γεγονός ότι στην διάρκεια των γυρισμάτων ήταν βαριά άρρωστος κατέληξε να τσοντάρει στον ρεαλισμό της ερμηνείας του μιας και εδώ σε κάθε σκηνή του φαντάζει πραγματικά έτοιμος να πέσει κάτω μην αντέχοντας άλλο το βάρος των υπαρξιακών του διλημμάτων…

Σκηνοθετικά δεν θα μπω στην διαδικασία να κρίνω το Winter Light γιατί το να κάτσεις να περιγράψεις μια ταινία του Bergman είναι σαν να πασχίζεις να εξηγήσεις σε κάποιον το πόσο όμορφος είναι ο Παρθενώνας, ένα άγαλμα του Μπερνίνι ή ένας πίνακας κάποιου σπουδαίου και ταλαντούχου ζωγράφου της ιστορίας μας.

Στην τελική πρέπει να δεις ο ίδιος το Winter Light ώστε να μπορέσεις να βρεις τα λόγια να περιγράψεις και να ερμηνεύσεις την τόσο ψυχρή αλλά και φωτεινή ομορφιά του.

Μια ομορφιά που ακροβατεί συνεχώς και μαεστρικά ανάμεσα στον κυνισμό, την θλίψη και την αγάπη…

Αλλά να που φτάσαμε μέχρι το τέλος και το ερώτημα εξακολουθεί να πλανάται επάνω μας :

‘ Γιατί πρέπει να συνεχίζουμε να υπάρχουμε ?’

Στο Winter Light o Ingmar Bergman ενώ μελετά αυτό το ερώτημα ποτέ του δεν μας δίνει μια ξεκάθαρη και απόλυτη απάντηση. Και ναι ο σκηνοθέτης φαίνεται πολλές φορές μέσα από τον πάστορα του να εκφράζει τις δικές του απόψεις, τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς πίστεως, αγάπης και υπαρξισμού που τον ταλαιπωρούσαν σε όλη του την ζωή όμως στο τέλος το ξέρει ότι η ‘ απάντηση‘ , αν όντως υπάρχει αυτή, μπορεί να βρεθεί μονάχα μέσα στον καθένα μας. Κάποιοι από εμάς θα συνεχίσουμε να αναζητούμε έναν σκοπό ενώ άλλοι θα δώσουμε ένα οριστικό τέλος στην αμφιβολία ή το μαρτύριο μας.

Ίσως στο φινάλε το πραγματικό ερώτημα είναι αν αξίζει να παλέψουμε ώστε να βρούμε όλες τις ‘ απαντήσεις‘ τις οποίες νιώθουμε να τις έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη ή απλά να αποδεχτούμε την ιδέα ότι ο ‘ Θεός‘ επιθυμεί να παραμείνει ‘ σιωπηλός‘ και να κάνουμε τις επιλογές μας γύρω από μια τόσο σκληρή συνειδητοποίηση.

Να που τελικά το φιλμ αυτό όντως λειτουργεί σαν ένας ‘ χειμώνας‘. Καθώς βυθίζεσαι ολοένα και περισσότερο μέσα σε αυτό ποτέ σου δεν θα ξέρεις αν στο τέλος θα επέλθει η ζεστασιά και ο ρομαντισμός της άνοιξης και αν το χιόνι επιτέλους θα λιώσει ή αν θα σκεπάσει τελικά όλο το τοπίο αφήνοντας μας για πάντα στο κρύο και την απόγνωση…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website at WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: