RAVENOUS : Πρόσκληση σε γεύμα από τον Robert Carlyle…

By Αντρέι Κοτσεργκίν

“It’s lonely being a cannibal; tough making friends.”

Που ΔΕΝ θα περίμενες να πετύχεις το λογότυπο της FOX?

Μα προφανώς σε ένα γουέστερν / Horror φιλμ με κανίβαλους και το οποίο εκτός από αίμα είναι ποτισμένο με κατάμαυρο χιούμορ, αλληγορίες και αιχμηρή σάτιρα απέναντι στο “Manifest Destiny“, δηλαδή την πεποίθηση που είχαν οι Αμερικανοί αποικοι, τον 19ο αιώνα, ότι το “πεπρωμένο” τους ήταν να επεκταθούν μέχρι τον βορρά.

Και όλο αυτό σε μια γη που ούτε τους ανήκε και που ποτέ τους δεν μπήκαν στον κόπο να μελετήσουν, να κατανοήσουν και να αποδεχτούν την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των ιθαγενών της.

Στο RAVENOUS, του 1999, οι αρχέγονες παραδόσεις ενός τόπου και των παιδιών του ξεχύνονται μέσα από δάση, βουνά και σπηλιές. Εισβάλλουν στο μυαλό και τα σωθικά των λευκών εισβολέων ώστε να ανασύρουν από μέσα τους όλη την απληστία και την μοχθηρια που κρύβεται εκεί…

Ο υπολοχαγός John Boyd αντικρίζοντας την φρίκη και τον θάνατο στην διάρκεια της μάχης με τους Μεξικανους προβαίνει σε μια πράξη αυτοσυντήρησης αλλά και δειλίας.

Ο Boyd παριστάνει τον νεκρό και οι Μεξικάνοι τον ρίχνουν στην στιβα με τα πτώματα των συντρόφων του. Ο Boyd, καταλαθος θα γευτεί το αίμα τους. Ξαφνικά θα νιώσει μέσα του μια κτηνώδη δύναμη να ξυπνάει και να τον καταλαμβάνει. Βρίσκοντας, απρόσμενα, το κουράγιο του αυτός ο άντρας, ολομόναχος, κατορθώνει να κυριεύσει το αρχηγείο του εχθρού!

Αρχικά ο Boyd ανταμείβεται με προαγωγή όμως όταν ο διοικητής του μαθαίνει την δειλία που επέδειξε τον στέλνει εξορία στο οχυρό Spencer , το οποίο βρίσκεται απομονωμένο κάπου στις ερημιες της Sierra Nevada. Παράλληλα ο Boyd αρχίζει να αναπτύσσει μια απέχθεια για το αίμα και το κρέας…

Μία νύχτα στο οχυρό Spencer καταφτάνει ένας ταλαιπωρος άντρας. Ισχυρίζεται ότι το όνομα του είναι Colqhoun και ξεκινά να διηγείται μια κολασμένη ιστορία στον Boyd και τους νέους συντρόφους του. Τους λέει ότι το καραβάνι του πριν από τρεις μήνες χάθηκε και εγκλωβίστηκε στις ερημιες ενός άγριου τόπου.

Ανάμεσα στα λόγια του ακούγεται και η λέξη “κανιβαλισμος“…

Το RAVENOUS είναι ένα φιλμ που υπέφερε όσο βρισκόταν σε στάδιο παραγωγής και γυρισμάτων.

Η FOX έσκασε 12 εκατομμύρια δολάρια σε ένα εκκεντρικό γουέστερν το οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως θα το πλασάρει στο κοινό. Ως συνέπεια αυτού οι παραγωγοί προχώρησαν σε έντονες δημιουργικές παρεμβάσεις οι οποίες ανάγκασαν τον αρχικό σκηνοθέτη, Milcho Manchevski, να παραιτηθεί και μάλιστα μόλις μερικές βδομάδες αφότου είχαν ξεκινήσει τα γυρίσματα.

Ο Manchevski, ένας ταλαντούχος και πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης, το 1994 έφτασε να προταθεί για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Το ντεμπούτο του, με τίτλο Before The Rain, έχασε τελικά από τον Ψεύτη Ήλιο του Nikita Mikhalkov αλλά ήταν αρκετό ώστε να τραβήξει την προσοχή του Hollywood επάνω του. Τελικά ο Manchevski αποφάσισε ότι το να έχεις συνεχώς επάνω από το κεφάλι σου έναν, άσχετο με την τέχνη, παραγωγό να σου δίνει συνεχώς ηλιθιες συμβουλές τύπου “οι στολές των χαρακτήρων είναι υπερβολικά σκονισμένες!” (λες και η Άγρια Δύση είναι το Χίλτον ρε Μαλακα…) δεν άξιζε τον κόπο.

Ως αντικατάστασης του επιλέχθηκε ο Raja Raymond Gosnell aka ο τυπάς που γύρισε το Home Alone… το τρία…

Ο δεύτερος τελικά δεν φτουρησε πολύ καθώς το cast του φιλμ ενώθηκε και απαίτησε την απομάκρυνση του!

Τελικά ύστερα από προτροπή του ηθοποιού Robert Carlyle την καρέκλα του σκηνοθέτη καπαρωσε η Antonia Bird, με την οποία είχε συνεργαστεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Η Bird είχε διαπρέψει γυρίζοντας (κυρίως τηλεοπτικά) δραματικά φιλμ στην Βρετανία και εδώ τολμά να κάνει το ντεμπούτο της στην “βαριά” βιομηχανία του Hollywood.

Έχοντας στα χέρια της μια ταλαιπωρημενη παραγωγή αλλά και ένα σενάριο που πέρασε από πολλές αναθεωρήσεις η σκηνοθέτης πραγματικά έδωσε τα ρέστα της!

Οπτικά το φιλμ είναι χάρμα οφθαλμών, ακόμη και όταν ξεδιπλώνει στην οθόνη σεκάνς απαράμιλλης φρίκης. Η Bird βρίσκει μια χρυσή τομή ανάμεσα στο Βρετανικό, πιο θεατρικό και δραματικό ύφος και το Αμερικανικό γουέστερν και Horror στοιχείο.

Οι Slasher πινελιές που προσθέτει εξελίσσουν το RAVENOUS σε ένα άκρως ζουμερό και γευστικό φιλμ!

Η ταινία γυρίστηκε στα χιονισμένα βουνά της Σλοβακίας αλλά και στο, πάντοτε καυτό, Μεξικό όμως η Bird σου δίνει την εικόνα μιας “Άγριας Δύσης” που φαντάζει πραγματικά ως ένας τόπος σαγηνευτικός και επιβλητικός ταυτόχρονα και που δεν συγχωρεί την ανικανότητα ή την αδυναμία.

Το φιλμ αλλάζει συχνά ύφος. Σε κάποιες φάσεις η σκηνοθέτης μας κάνει να χαθούμε μέσα στα δάση και τις σπηλιές και με Horror τεχνικές τύπου Sam Raimi, στο EVIL DEAD, δίνει “ζωή” στην φύση της. Ο τρόμος και το Gore σερβίρονται σε μετρημένες αλλά και εξαιρετικά χορταστικές μερίδες. Προς την δεύτερη πράξη η Bird μας εγκλωβιζει σε ένα φρούριο, στην μέση του πουθενά, και ξαφνικά χάρη σε ένα plot twist το RAVENOUS αποκτά crime & mystery προεκτάσεις και αρχίζει να λειτουργεί σαν ένα “whodunit” movie! Το σασπένς και το μυστήριο ξετυλίγονται με σχεδόν Χίτσκοκικους τρόπους.

Την ταινία ντύνουν οι αλλόκοτες, εκκεντρικές, συνθέσεις των Michael Nyman και Damon Albarn (Muse, Gorillaz). Το μπαντζο κυριαρχεί ενώ μερικές συνθέσεις ερμηνεύονται από την Foster’s Social Orchestra, ένα γκρουπ που σχηματίστηκε από άτομα που δεν ήταν επαγγελματίες μουσικοί, ενώ ορισμένοι δεν είχαν καν αγγίξει μουσικό όργανο μέχρι τότε!

Το Soundtrack του RAVENOUS είναι γαλήνιο και πρωτόγονο ταυτόχρονα. Είναι σχιζοφρενικο. Ακριβώς όπως και η ταινία της Bird!

Εκτός από μια ευρηματική και δυναμική σκηνοθεσία το RAVENOUS απαρτίζεται και από ένα απόλυτα στιβαρό cast, με διάθεση για πειραματισμό.

Οι Guy Pearce και Robert Carlyle μπορεί να μην εξελίχθηκαν ποτέ τους σε “αστέρες” της βιομηχανίας όμως είναι σπουδαίοι ηθοποιοί και οι δύο τους. Εδώ σχηματίζουν μεταξύ τους μια πρωτόγονη χημεία ανταγωνισμού αλλά και εξάρτησης που έχει ως βάση της τον κανιβαλισμο. Έχοντας γευτεί και οι δύο τους ανθρώπινη σάρκα και αίμα κυριευονται από το αρχέγονο και μοχθηρό πνεύμα που οι Ινδιάνοι το αποκαλούν Wendingo. Το πνεύμα αυτό τους προκαλεί μια ακόρεστη πείνα όμως στην πραγματικότητα η πείνα και η μοχθηρια μάλλον οφείλεται περισσότερο στις ορέξεις των δύο ανταγωνιστών. Ο Boyd (Pearce) μάχεται συνεχώς την επιθυμία του για σάρκα. Φτάνει μάλιστα μέχρι το σημείο να απαρνηθεί ολοκληρωτικά το κρέας. Το αποτέλεσμα είναι να μοιάζει συνεχώς ασθενικός και έτοιμος να καταρρεύσει, σωματικά και ψυχικά. Στον αντίποδα ο Colqhoun (Carlyle) δεν είναι διατεθειμένος να τιθασευσει την πείνα του. Τρέφεται συνεχώς και λαίμαργα από τους γύρω του. Η ανθρώπινη σάρκα του παρέχει υγεία, σωματική δύναμη και αυτοπεποίθηση και δεν έχει σκοπό να τα αποχωριστεί αυτά. Ο άντρας αυτός είναι ένα αμείλικτο και αχόρταγο αρπακτικό που αντιλαμβάνεται την φριχτή δύναμη που απέκτησε ως το μέσο που θα τον βοηθήσει να εκπληρώσει το “πεπρωμένο” του…

Ο Pearce όντας χορτοφάγος ζορίστηκε αρκετά σε σκηνές όπως πχ αυτή όπου καλείται να καταβροχθισει ένα στιφάδο, φτιαγμένο από τα απομεινάρια των συντρόφων του. Η φυσική απέχθεια του για το κρέας γράφει ιδανικά στην οθόνη ενώ ο χαρακτήρας του από δειλός σταδιακά εξελίσσεται σε τραγικό αντιήρωα που διακρίνεται από ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση. Αντίθετα ο Carlyle μπαίνει σε φουλ mode τρέλας και μοχθηριας. Η παρουσία της Bird πίσω από την κάμερα του παρέχει σιγουριά και άνεση και κάπως έτσι προβαίνει σε αυτοσχεδιασμους που κάνουν τον χαρακτήρα του να φαντάζει και να λειτουργεί σαν ένα απόλυτο “τέρας“.

Από το υπόλοιπο cast ξεχωρίζει ο, έμπειρος και ταλαντούχος, Jeffrey Jones στον ρόλο του αξιωματικού που διοικεί το φρούριο Spencer. Ο άντρας αυτός αρχικά διακρίνεται από ηρωισμο, ακλόνητη αίσθηση καθήκοντος , ανιδιοτέλεια και λογική. Όλα αυτά θα χαθούν καθώς υποκύπτει στον πειρασμό να γευτεί ανθρώπινη σάρκα, ώστε να σώσει το τομάρι του. Η στιγμή όπου ο Jones, όντας κανίβαλος πλέον, απαρνειται όλα όσα πίστευε και πρεσβεύε μέχρι πρότινος είναι πραγματικά συγκλονιστικη. Η γεύση του αίματος τον διαστρεβλωνει σε αρπακτικό.

Σήμερα βλέποντας ξανά αυτή την σκηνή και γνωρίζοντας ότι ο ηθοποιός μερικά χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για κατοχή παιδικής πορνογραφίας το “αρπακτικό” φαντάζει πιο τρομαχτικό από ποτέ…

Στους Β’ ρόλους πετυχαίνουμε και τον Neal McDonough, μια εντελώς Cult μορφή των 90s να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα :

Να μιλάει ελάχιστα και να σε σκαλώνει άσχημα με το αποκοσμο βλέμμα του και να σε” τρυπαει” με τα μάτια του…

Πέρα από φοβερό γουέστερν / Horror movie το RAVENOUS είναι μια αμείλικτη μαύρη κωμωδία.

Σεκάνς όπως αυτή όπου ο, έντρομος, Jeremy Davies ουρλιάζει “HE WAS LICKING MEEE!” απέναντι στον πεινασμένο Robert Carlyle θα σε κάνουν να ξεσπασεις στα γέλια!

Οι σεκάνς κανιβαλισμου είναι φριχτες, αιματηρές, ζουμερές αλλά ταυτόχρονα διασκεδαστικες και ελκυστικές. Η Bird κάνει ένα ανθρώπινο στιφάδο αρχικά να σου προκαλεί τρόμο και αναγούλα και στην συνέχεια λιγουρα!

Οι ιταλιανοι, εξπέρ στον κανιβαλισμο, σκηνοθέτες των 70s και 80s οφείλουν να βγάλουν το καπέλο στην Βρετανίδα συνάδελφο τους.

Βγαίνοντας στις αίθουσες, το 1999, το RAVENOUS φλοπαρε άσχημα. Το στούντιο δεν είχε ιδέα πως να προμοταρει μια τόσο αλλόκοτη ταινία, κάτι που φαίνεται και από το συγχισμενο τρέιλερ της. Οι κριτικοί το έκριναν είτε αποκλειστικά ως μια “ταινία τρόμου με κανίβαλους” είτε σαν μια μαύρη κωμωδία. Αλλά το φιλμ αυτό είναι ένα αρκετά σύνθετο αμάλγαμα των παραπάνω στοιχείων και άλλων θεματολογιων με αλληγορικες προεκτάσεις, οι οποίες μάλλον έκατσαν βαριά στα στομάχια των θεατών της εποχής.

Ευτυχώς αργότερα μέσω του VHS το RAVENOUS κέρδισε την Cult αναγνώριση που του αρμόζει.

Η Bird στο ενδιάμεσο κριτικάρει και μια Αμερική που ακόμη και ύστερα από τόσους αιώνες εξακολουθεί να λειτουργεί με την λογική της αποικιοκρατιας.

Ένα έθνος που οι ηγέτες του διαχρονικά λαχταρανε επέκταση και εξουσία και που οι κάτοικοι του “καταναλώνουν” ο ένας τον άλλον. Μέσα από τους χαρακτήρες των Pearce και Carlyle τίθενται ερωτήματα γύρω από το ένστικτο της επιβίωσης και τις σκληρές επιλογές που καλούμαστε να κάνουνε έχοντας αυτό ως βάση. Ο ουμανιστης Boyd αρνείται να καταναλώσει τους συνανθρώπους του ώστε να αποκτήσει δύναμη αλλά και πάλι υποκύπτει στην πείνα όταν καλείται να βρει έναν τρόπο να επιβιώσει. Ο Colqhoun επίσης στράφηκε στον κανιβαλισμο αρχικά για λόγους επιβίωσης. Ήταν ένας απελπισμένος, τσακισμενος σωματικά και ψυχολογικά άντρας που οδεύε σε ένα σανατοριο ώστε να πεθάνει από φυματίωση. Όταν ένας Ινδιάνος του διηγήθηκε τον θρύλο του Wendingo ο Colqhoun, επάνω στην απελπισία του και την επιθυμία για περισσότερη ζωή αποφάσισε να δοκιμάσει αυτή την οδό.

” I was in pretty horrible shape. In fact I was on my way to a sanatorium to onvalesce when a native scout told me a curious story. Man eats the flesh of another, he takes the other man’s strength, absorbs his spirit. Well. Naturally I just had to try. Consequently I ate the scout first and you know he was absolutely right. I grew stronger. Tuberculosis? Vanished. As did the headaches and the black thoughts. I returned that spring happy. And healthy. And virile…”

Η δύναμη που του έδωσε ο κανιβαλισμος ήταν τόσο γευστική που ο Colqhoun πλέον δεν θέλει να την αποχωριστεί. Αντίθετα θέλει να την επεκτείνει και να την μοιραστεί και με άλλους άντρες.

Στο φινάλε η μεταφυσική επίδραση του Wendingo είναι ευδιάκριτη στο RAVENOUS αλλά το πνεύμα ποτέ δεν απεικονιζεται με την παραδοσιακή μορφή του στην οθόνη. Οι συνέπειες της παρουσίας του αποτελούν προϊόν θνητών επιλογών. Ο κανιβαλισμος εδώ λειτουργεί και ως μια ενδιαφέρουσα αλληγορία γύρω από τις εξαρτήσεις αλλά και τις πολιτικές ή ιδεολογικές παρατάξεις. Ουσίες και πεποιθήσεις που σε κάνουν να νιώθεις “δυνατός” όμως σταδιακά σε αναγκάζουν να “καταναλώνεις” τους ανθρώπους γύρω σου, διότι νιώθεις ότι μονάχα έτσι μπορείς να συντηρείς αυτή την δύναμη…

“You remember this? You smell it? The scent… always jogs the memory, don’t you think? Remember the energy? The potency of someone else coursing through your veins? Someone brave. You know the disappointment as it dissipates; the strength slipping from your grasp. The growing, killing need to replenish.”

Η Bird φιλοσοφει το παραπάνω ζήτημα και για να θέσει διλήμματα γύρω από αυτό σε μια σκηνή επιστρατεύει μέχρι και τον Αριστοτέλη! Είναι τελικά η ηθική το στοιχείο που μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη ή είναι ένδειξη δειλίας?

Στην τελική όμως το RAVENOUS θέτει στο τραπέζι ένα απλό αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαχρονικό και κρίσιμο ερώτημα :

Αξίζει να καταναλώσεις τον συνάνθρωπο σου μόνο και μόνο ώστε να επιβιώσεις και να νιώσεις δυνατός?

“If you die first, I am definitely going to eat you, but the question is, if I die, what are you going to do? Bon appétit… Eat or die.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: