HACKERS : Αναδρομή στο 90s χακινγκ ~ φακινγκ.

By Αντρέι Κοτσεργκίν

“You wanted to know who I am, Zero Cool? Well, let me explain the New World Order. Governments and corporations need people like you and me. We are Samurai… the Keyboard Cowboys… and all those other people who have no idea what’s going on are the cattle… Moooo.”

Ένας ελιτιστής, ξιπασμενος και εντελώς Μαλακας Χακερ εξηγεί στον αντισυμβατικο ήρωα την δύναμη που έχει το σιναφι τους μεσα στην ” Νέα Εποχή “.

Μια εποχή στην οποία κάποιος Cyber μύστης μπορεί να βυθίσει την κοινωνία μας στο απόλυτο σκοτάδι ή σε έναν Neon διαφωτισμό μονάχα με το πάτημα ενός κουμπιού!

Το HACKERS είναι ένα φιλμ που δεν ακολουθεί κάποιο στρωτο σενάριο. Εδώ η εταιρική κομπίνα που διαπράττει ένας Χακερ της “ελίτ” λειτουργεί ως ο δίαυλος μέσα από τον οποίο οι εκκεντρικοί και “έφηβοι” ήρωες θα συναψουν μεταξύ τους φιλίες και κόντρες και που προφανώς θα τις μετουσιωσουν σε χακινγκ ~φακινγκ επιδείξεις και ανταγωνισμούς. Ω ναι, σε ένα φιλμ με τίτλο HACKERS οι υπολογιστές είναι απλά ένα MacGuffin ώστε να τσουλήσει η πλοκή και να αναπτυχθεί μια μελέτη χαρακτήρων.

Η ταινία περιλαμβάνει ένα μάχιμο cast από ταλαντούχους ηθοποιούς που αρκετοί εδώ κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο Hollywood. Ξεχωρίζουν οι Jonny Lee Miller και Angelina Jolie. Ο πρώτος δίνει μάχη ώστε να διατηρήσει την “Αμερικανική” προφορά του ενώ η δεύτερη καταφεύγει σε μια ανδρόγυνη ερμηνεία, που από την μία είναι Badass και από την άλλη σεξι, εξασφαλιζοντας ότι για το υπόλοιπο της καριέρας της κοινό και κριτικοί δεν θα αναφέρονταν σε εκείνη ως “η κόρη του Jon Voight”. Ρομαντισμός αλλά και ανταγωνισμός ντύνουν αυτό το ζευγάρι αλλά η ταινία εμβαθύνει μονάχα στον χαρακτήρα του Miller.

Απέναντι τους θα βρουν έναν φουλ ξιπασμενο Fisher Steven aka “The Plague“. Αυτός ο Χακερ… γιαπης αποφασίζει μέσω ενός ιού να κατακλεψει την εταιρεία για την οποία εργάζεται και για να καλύψει τα ίχνη του ρίχνει το φταίξιμο σε άλλους χακερς. Ο τύπος εξαρχής φαίνεται ότι είναι Μαλακας καθώς τον βλέπουμε να κάνει skate μέσα στο γραφείο του και φορώντας ένα πανάκριβο κοστούμι! Ο “The Plague” αντιλαμβάνεται τους χακερς ως σύγχρονους πολεμιστές / μισθοφόρους ή σαμουράι που επί πληρωμή θα υπερασπιστουν τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών, μέσω ενός υπολογιστή.

Ο Fisher ζεχνει από μεγαλομανία και απληστία αλλά δυστυχώς το σενάριο δεν του δίνει και πολλά πραγματάκια ώστε ο χαρακτήρας του να ξεπεράσει το στάτους του τυπικού 90s Villain.

Και φυσικά έχουμε τον Matthew Lillard να κάνει ακριβώς ότι ήξερε να κάνει καλύτερα ο Matthew Lillard στα 90s και 00s…

Η προετοιμασία των ηθοποιών περιλάμβανε εντατικά μαθήματα…
Rollerblades ενώ πέρασαν μερικές μέρες στο πλευρό γνήσιων χακερς.

Το “χακινγκ” κομμάτι μεταφράζεται σε μανιωδες και τυχαίο πάτημα κουμπιών, ορολογίες που αμφιβάλω αν οι περισσότερες από αυτές όντως σημαίνουν κάτι και σε γαματες, ψυχεδελικες και προφανώς διόλου ρεαλιστικές “Cyberspace” σεκάνς!

Ο τίμιος σκηνοθέτης αρνήθηκε να καταφύγει στο “πειραματικόCGI της εποχής και προτίμησε old school μακέτες που τις πάντρεψε με παραδοσιακό animation. Το αποτέλεσμα είναι αρκετά “cool” καθώς το φιλμ αυτό σε βυθίζει σε έναν ψηφιακό κόσμο, λουσμένο στα Neon φώτα, που ακροβατεί ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο.

Πάντως για τους ήρωες μας το σύμπαν του Cyberspace είναι η μοναδική “αλήθεια” την οποία πιστεύουν και νιώθουν άνετα να την εξερευνούν :

We Exist Without Skin Colour, Without Nationality, Without Religious Bias… and you call US Criminals? You Build Atomic Bombs, You wage Wars, You Cheat and Lie to Us and try to make us believe it’s for our own good, yet We are The Criminals… Yes I am a Criminal. My Crime is that of Curiosity. My Crime is that of judging people by What The Say and Think, Not What they look like.”

Υπάρχει μια φιλοσοφία και ένας ρομαντισμός κρυμμένος στον προγραμματισμό αυτού του φιλμ. Κάπου πίσω από την υπερβολική μόδα, τις περίπλοκες ορολογίες, την slang και την χαι~τεκ Καγκουρια. Για τον σεναριογράφο, Rafael Moreau, το χακινγκ δεν είναι εθισμός, χόμπι, παιχνίδι, έγκλημα ή μορφή τρομοκρατίας.

Είναι η κουλτούρα της επόμενης γενιάς.

Πιστεύω ότι είναι το επόμενο εξελικτικό στάδιο μας”, είχε δηλώσει τότε. Βλέποντας το ποσό έχει εξελιχθεί η φάση σήμερα δεν του δίνεις και άδικο.

Ο Moreau από τις αρχές των 90s ανέπτυξε μια ψύχωση με αυτή την νέα και underground κουλτούρα, που ο μέσος Αμερικανός πολίτης την αγνοούσε παντελώς τότε όχι όμως και οι αστυνομικές αρχές. Ο συγγραφέας επικοινώνησε με το περιοδικό 2600 : The Hacker Quarterly και την αραζε για καιρό με αληθινούς χακερς. Ανάμεσα τους συνάντησε τον “Phiber Optic” aka Mark Abene. Ο τύπος αυτός στα 22 του έκανε έναν χρόνο φυλακή εξαιτίας των χακινγκ δραστηριοτήτων του. Κάποιες άλλες μορφές που γνώρισε ο Moreau σε αυτόν τον underground μικρόκοσμο του δίδαξαν μερικά κολπάκια, όπως πχ πως με την βοήθεια ενός λαπτοπ μπορείς να παίρνεις τζάμπα τηλεφωνήματα, δίχως να χρειαστεί να ρίξεις κέρμα. Ο Moreau ενσωμάτωσε αρκετές από αυτές τις μικρές ιστορίες παρανομίας και τεχνολογίας μέσα στο σενάριο του!

Φυσικά στην ταινία διακρίνουμε και ορισμένους φόρους τιμής στον συγγραφέα William Gibson που μέσα από τα βιβλία του όπως πχ το Neuromancer μας σύστησε σε ορολογίες τύπου “Cyberspace“.

Η δερμάτινη και ηλεκτρική αισθητική που διακρίνει το φιλμ αλλά και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις που εξετάζει (εντελώς επιφανειακά και light) το σενάριο του Moreau δεν αποκλείεται να “πριζωσαν” τους αδελφούς Wachowskis ώστε να πάρουν όλο αυτό το χακινγκ ~ φακινγκ και να προγραμματίσουν γύρω από αυτό ένα Cyberpunk, ψηφιακό και δυστοπικο σκηνικό.

Σε μια φάση του HACKERS κάποιος ξεστομίζει την λέξη “MATRIX” και κόβω τα… καλώδια μου ότι το φιλμ αυτό πάτησε το κουμπί του “ON” για δύο σκηνοθέτες που μερικά χρόνια αργότερα θα έσπρωχναν τα ειδικά εφέ, αλλά και το σινεμά γενικότερα, στο επόμενο επίπεδο.

Η αίσθηση απόλυτης ελευθερίας που παρέχει το Cyberspace στους χακερς θυμίζει κατά πολύ εκείνη την πολυπόθητη ελευθερία την οποία αναζητούσε ο Χακερ Neo, μέσα στις δικές του εξορμήσεις στο διαδίκτυο.

Απλά ξέρεις, η ελευθερία που χάρισε το ίντερνετ στον Neo είχε μια αρκετά πιο κυριολεκτική και τρομακτική σημασια…

Στο HACKERS οι “ήρωες” μας είναι ένα τσούρμο από εκκεντρικούς σπασικλες / εφήβους που το 90% της γκαρνταρόμπας τους αποτελείται από δέρμα και που ενώ σου δίνουν την εντύπωση ότι δεν θα μπορούσαν να νικήσουν ούτε τις μανάδες τους τελικά καταλήγουν να λύσουν μια υπόθεση κομπίνας αρκετών εκατομμυρίων και παράλληλα να ξελασπωσουν και τα τομάρια τους. Οι άνθρωποι αυτοί φαίνεται να ζούνε αποκλειστικά μέσα από μια οθόνη έχουν συμβατικά, ανθρώπινα, ονόματα αλλά όλοι τους γνωρίζουν με τα παρατσούκλια τους.

Zero Cool, Crash Overdrive, Acid Burn, Cereal Killer…

Τα ονόματα που χαρίζουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους αυτοί οι χακερς λειτουργούν περισσότερο ως τίτλοι που φανερώνουν τις δεξιότητες, την αξία και τα κατορθώματα τους. Ειλικρινά αν τους έδινες ένα μικρό οπλοστάσιο και τους έβαζες να κινούνται σε slow motion θα είχες ακόμη πιο ξεκάθαρα μπροστά σου τον πρώτο “κώδικα” που οδήγησε στην δημιουργία του THE MATRIX!

Σε αντίθεση πάντως με το THE MATRIX το HACKERS στην εποχή του δεν “χακαρε” διόλου αποτελεσματικά Box Office και κριτικούς…

Το 1995, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται σε αρκετούς σήμερα, μόλις το 14 % των Αμερικανών είχε πρόσβαση στο “The Web“. Και όσοι είχαν ίντερνετ και ήξεραν πως να το χειριστούν πιθανότατα έγραφαν με την ίδια ταχύτητα που γράφει σήμερα η γιαγιά σας αναζητήσεις για ντολμαδάκια και άλλες συνταγές στο Google! Φυσικά υπήρχε και μια “ελίτ” που καραδοκουσε πίσω από κάποια ψηφιακή γωνία, έτοιμη να κάνει την online επανάσταση της, αλλά αυτό απλά δεν αρκούσε ώστε να σωθεί εμπορικά το φιλμ του Softley.

Η ειρωνεία είναι ότι μόλις λίγους μήνες πριν το THE NET, μια ταινία στην οποία επίσης η ηρωίδα είναι Χακερ, καπαρωσε γύρω στα 120 εκατομμύρια στο Box Office. Αλλά το THE NET απεικόνιζε τους χακερς με έναν εντελώς συμβατικό και safe τρόπο και είχε ως πρωταγωνιστρια μια Sandra Bullock έτοιμη να εξαργύρωσει την ξέφρενη επιτυχία του SPEED. Στο φιλμ αυτό το χακαρισμα ήταν απλά μια πινελιά που εντυνε ένα αρκετά τυπικό Action θρίλερ. Με λίγα λόγια ο απλός λαουτζικος που δεν περνούσε όλη του την μέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή μπορούσε να κατανοήσει απόλυτα αυτή την ταινία.

Το HACKERS κόστισε 20 εκατομμύρια για να φτιαχτεί και έφερε πίσω, με το ζόρι, εφτά. Η πλειοψηφία των 90s θεατών δεν μπόρεσε να κατανοήσει αυτούς τους εκκεντρικούς νεολαιους, με τα παρδαλα ντυσίματα και την ακαταλαβιστικη slang. Το “επόμενο εξελικτικό στάδιο της ανθρωπότητας” πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Τουλάχιστον ορισμένοι κριτικοί διέκριναν κάποιες σκηνοθετικες αρετές και καινοτομίες.

Ο διαβόητος κριτικός Roger Ebert δήλωσε ότι :

“Το φιλμ είναι έξυπνο και ψυχαγωγικό, αρκεί να μην πάρεις και πολύ στα σοβαρά την όλη φάση με τα κομπιούτερ. Την αντιμετώπισα με όση ‘ σοβαρότητα’ αντιμετωπίζω και την αρχαιολογία του Indiana Jones.”

Πάντως η πλειοψηφία των κριτικών έριξε “blue screen” τόσο στο “ανύπαρκτο” σενάριο όσο και στις “εκκεντρικές” ερμηνείες. Δεν είχαν και εντελώς άδικο. Στα χαρτιά το HACKERS δεν ακολουθεί μια σφιχτή και στρωτή δομή σεναριακα. Είναι μια ιστορία που τροφοδοτειται από ένα συγκεκριμένο γεγονός που παρέχει έναν “σκοπό” στους ήρωες της αλλά παράλληλα γύρω από αυτό εκτυλίσσονται ένα σωρό άλλα πράγματα που ελάχιστη έως καμία σχέση έχουν μεταξύ τους.

Σε αυτή την ταινία οι ήρωες δίνουν τις μάχες τους πίσω από υπολογιστές και μέσα σε τηλεφωνικους θαλάμους!

Συμπτωματικά (?) το HACKERS σε επίπεδο αφήγησης και σκηνοθετικου ύφους μου θυμίζει αρκετά το TRAINSPOTING του Danny Boyle, ένα Βρετανικό φιλμ (στο οποίο επίσης παίζει ο Miller) που βγήκε μόλις ένα χρόνο μετά και σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά θεατών. Το ξέφρενο μοντάζ, η τριπαρισμενη βίντεο κλιπ αισθητική, η εξωτερική εμφάνιση και η συμπεριφορά των νεανικών χαρακτήρων, οι μουσικαρες που ντύνουν την ταινία… οι ομοιότητες ανάμεσα στα HACKERS και TRAINSPOTING είναι ευδιάκριτες.

Η διαφορά είναι ότι ο Boyle, σε αντίθεση με τον συνάδελφο του, συνδύασε ιδανικά όλα τα παραπάνω στοιχεία μεταξύ τους. Ταυτόχρονα μέσα από τις (κυριολεκτικά) τοξικές και σκόρπιες αφηγήσεις του “ήρωα” του, Mark Renton, έβγαλε στην επιφάνεια δυνατά και ενδιαφέροντα μηνύματα γύρω από τις εξαρτήσεις και τις καταχρήσεις. Έκανε μια μελέτη της επίδρασης που ασκούν τα ναρκωτικά επάνω σε μια χούφτα νέων αντρών δίχως όμως να τα εξυμνεί ή να τα καταδικάζει και διατηρώντας πάντοτε γαματη και ψυχαγωγική την ταινία του στο οπτικό και ακουστικό σκέλος.

Στο HACKERS πάλι ο Iain Softley δεν διακρίνεται από την ίδια “νηφαλιοτητα” που επέδειξε ο Boyle στο δικό του πόνημα. Ναι υπάρχουν κάποιες γαματες εικόνες, έχουμε μουσικαρες από μπάντες όπως οι Prodigy και Underworld, έχει στην διάθεσή του ένα ταλαντούχο και γοητευτικό Cast και όμως τελικά κάπου ο “κώδικας προγραμματισμού “αυτής της ταινίας μπάζει και σπάει σε αρκετά σημεία. Ο Softley σε κάποιες σκηνές είναι λες και “ξέχασε” ότι κάπου υπάρχει και ένα σενάριο όμως δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το HACKERS “γκλιτσαρει” κάθε φορά που καλείται να βρει μέσα του μια θεματολογία και να την αναδείξει.

Στο φινάλε εδώ το χακινγκ δεν εξετάζεται αποτελεσματικά ως εθισμός ή διέξοδος ελευθερίας. Είναι έγκλημα αλλά και δεν είναι,ανάλογα με το πως βολεύει τον σεναριογράφο. Σίγουρα είναι η “New Age Κουλτούρα” απλά θα προτιμούσα αυτή η κουλτούρα να εξεταστεί λιγάκι βαθύτερα και πέρα από τα κιτς ή “cool” ντυσίματα, τα τυχαία πατήματα ενός πληκτρολόγιου και την ερωτική σχέση δυο νέων που μοιάζουν να επικοινωνούν καλύτερα και πιο ορθολογικά μέσω μιας οθόνης πάρα πρόσωπο με πρόσωπο. Και ας βρίσκονται κάθε μέρα μαζί!

Πάντως το Cyber Love Story στο φινάλε σε πείθει και λειτουργεί μια χαρά ενώ κλείνει και με μια σεκάνς που ίσως την “αναθεώρησε ” ο David Fincher στο FIGHT CLUB…

Με το HACKERS οι Softley και Moreau μας διάβασαν απλώς μερικά αποφθέγματα από τον ερχομό της Cyber εποχής καθώς προτίμησαν να δημιουργήσουν μια γρήγορη, πολύχρωμη και μοδατη ταινία ώστε να ” συνδεθεί” κατευθείαν με την γενιά του MTV και τους, ελάχιστους τότε, επαναστάτες του “The Web“. Όπως και να χει και πάρα τις διαφορές αστοχίες το φιλμ απέκτησε την σφραγίδα του Cult.

Υπήρχαν χακερς στις ταινίες πριν το φιλμ του Softley κάνει κατάληψη στις οθόνες μας. Όμως μέχρι τότε ο χαρακτήρας του Χακερ απεικονίζονταν ως ο στερεοτυπικος, γυαλάκιας, nerd που χάρη στον υπολογιστή του μπορούσε να βρει στον ήρωα τα top secret αρχεία που αναζητούσε ή κάτι τέτοιο. Μάλιστα συνήθως ήταν κάνας 20αρης παρθένος που ζούσε στο υπόγειο της μαμάς του. Στο φινάλε η “ανταμοιβή” του ήταν ένα πεταχτο φιλί από την πρωταγωνιστρια που στην συνέχεια την έβλεπε να καταλήγει στην αγκαλιά κάποιου macho μπάτσου που δεν είχε την παραμικρή ιδέα από υπολογιστές αλλά όπως και να χει έπαιρνε όλα τα εύσημα!

Το HACKERS πήρε τους “σπασικλες “και τους εξέλιξε σε κεντρικούς ήρωες και εφήβους που πρεσβεύουν την διαφορετικοτητα και μάλιστα σε εποχές όπου αυτό το τελευταίο δεν ήταν must. Επίσης το φιλμ αυτό αφυπνησε το hacksploitation κίνημα στο σινεμά καθώς αρκετές μετέπειτα, παρόμοιας θεματολογίας, ταινίες πασχισαν να μας πείσουν ότι απλά με το πάτημα ενός κουμπιού ο κόσμος και η κοινωνία μας μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο.

Σήμερα το φιλμ αυτό μοιάζει σαν μια χαι~τεκ κονσέρβα που περιλαμβάνει μέσα της όλη την υπερβολή, το κιτσαριο αλλά και την ανεμελιά των 90s.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: