THE LIGHTHOUSE : Κανένα φως δεν μπορεί να φωτίσει ορισμένες μορφές σκοταδιού…

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘I seen it. You’re fond of me lobster! Say it! Say it. Say it!’

Ένας μανιασμένος Willem Dafoe ξεσπά επάνω σε έναν εμβρόντητο Robert Pattinson ο οποίος λίγες στιγμές πριν τόλμησε να αμφισβητήσει τις μαγειρικές ικανότητες του πρώτου…

Εκείνη την στιγμή οι δυο αυτοί άντρες , που και οι δυο τους είναι συνηθισμένοι στις εργατικές κακουχίες του 19ου αιώνα, θυμίζουν περισσότερο κάποιο…ζευγάρι που ύστερα από χρόνια γάμου η σχέση τους έχει φθαρεί σε τόσο μεγάλο βαθμό που πλέον δεν αντέχουν ούτε την παρουσία ο ένας του άλλου μέσα σε ένα δωμάτιο !

Την στιγμή του ξεσπάσματος του ο Dafoe κατακλύζεται από ένα μπαράζ συναισθημάτων το οποίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ‘αδιανόητο‘ στην περίπτωση που εκδηλώνονταν μέσω κάποιου άλλου ηθοποιού. Όμως ο Willem Dafoe δεν είναι ‘κάποιος‘ , αντίθετα εδώ έχουμε έναν από τους πιο έμπειρους και ταλαντούχους ηθοποιούς της εποχής μας να μας αποδεικνύει ξανά το πόσο ευρηματικός και ικανός είναι επάνω στην τέχνη του.

Στο THE LIGHTHOUSE o Dafoe ‘φτήνει‘ τις ‘Ακαδημίες‘ και τα βραβεία σαν ένας ναυτικός που ρίχνει μια ροχάλα κατευθείαν στα ‘μούτρα’ της πιο φουρτουνιασμένης θάλλασας…

Ενα παρόμοιο ‘φτύσιμο‘, αλλά με τον δικό του μοναδικό τρόπο, το ρίχνει εδώ και ο σκηνοθέτης Robert Eggers καθώς με τον ‘Φάρο‘ του προτιμά να ρίξει ‘φως‘ σε περασμένες κινηματογραφικές δεκαετίες, τεχνικές και εικόνες και να γράψει στα αρχίδια του τις επιταγές του ‘mainstreamσινεμά σχετικά με το πως ‘πρέπει‘ να γυρίζονται οι σύγχρονες ταινίες.

Ασπρόμαυρο, γυρισμένο με 35αρι φιλμ και με πλάτος οθόνης 1.19:1, με μόλις δυο ηθοποιούς στο cast και με την όλη υπόθεση να διαδραματίζεται σε μια χούφτα σκηνικά το THE LIGHTHOUSE φαντάζει πολύ συμβολικά σαν ένας μοναχικός ‘Φάρος‘ που πλέει στο πουθενά και είναι ξεχασμένος από τον υπόλοιπο κινηματογράφο.

Και όμως να που εδώ το ‘φως‘ του φιλμ είναι τόσο ισχυρό που θα στρέψει επάνω του τα σαστισμένα βλέμματα των θεατών και δεν θα τους επιτρέψει να αποτραβηχτούν από επάνω του για όσο αυτό διαρκεί. Τουλάχιστον εκείνων των θεατών που θα βρουν την τόλμη να πατήσουν το πόδι τους στην εφιαλτική ‘βραχονησίδα‘ που στήνει εδώ ο σκηνοθέτης.

Βέβαια η βόλτα αυτή στον ‘Φάρο‘ του Eggers προυποθέτει και την σύνεση του κοινού καθώς αν εκείνο κάνει το λάθος να πιει μερικά ποτηράκια με τους ‘φαροφύλακες‘ Dafoe και Pattinson μπορεί εύκολα να διαστρεβλωθεί σε έναν αδιανόητο εφιάλτη…

Το THE LIGHTHOUSE μας τοποθετεί κυριολεκτικά μέσα σε έναν Φάρο που στέκεται επάνω σε ένα ερημικό νησί.

Ο νεαρός Ephraim Winslow , επιθυμώντας να ξεφύγει από την μιζέρια της στεριάς αλλά και να βγάλει χρήματα, πιάνει δουλειά ως βοηθός φαροφύλακα. Η εργασία αυτή αναμένεται να κρατήσει για μόλις μερικές βδομάδες όμως όταν ο Ephraim γνωρίσει τον προιστάμενο του , και βετεράνο φαροφύλακα, Thomas Wake οι βδομάδες αυτές θα καταλήξουν να φαντάζουν ως αβάσταχτοι αιώνες…

Οι δυο άντρες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους τόσο στους τρόπους όσο και στις απόψεις. Ο Ephraim είναι βλοσυρός και λιγομίλητος ενώ ο Wake φλυαρεί ασταμάτητα , δίνει συνέχεια εντολές και …κλάνει δημοσίως κάθε λίγο και λιγάκι !

Ο Ephraim αντιπαθεί εξαρχής τον Wake όμως καθώς περνούν οι μέρες οι δυο άντρες θα βρουν ένα κοινό έδαφος, έναν κώδικα επικοινωνίας μέσω του μοναδικού καταλύτη που μπορεί να βοηθήσει σε τέτοιες περιπτώσεις :

Την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

‘The light is mine.’

Όμως όπως κάθε σχέση έτσι και αυτή ανάμεσα στους δυο φαροφύλακες σύντομα θα διαστρεβλωθεί σε μια μόνιμη κατάσταση απέχθειας και δυσπιστίας.

Και καθώς οι ποσότητες αλκοόλ αυξάνονται, ενώ παράλληλα μειώνεται η ποιότητα του, ο Ephraim θα πιάνει τον εαυτό του να αγανακτεί ολοένα και περισσότερο από την κατάσταση στην οποία εγκλωβίστηκε και θα αντιδράσει προσπαθώντας να σπάσει τους δυο ‘απαράβατους‘ κανόνες που του επέβαλλε ο Wake από την πρώτη κιόλας μέρα της γνωριμίας τους :

Να ΜΗΝ σκοτώσει γλάρο.

Να ΜΗΝ τολμήσει να αποπειραθεί να ανέβει στην κορυφή του Φάρου ώστε να αντικρύσει το φως του.

Η απειθαρχία την οποία επιδεικνύει ο νεαρός βοηθός θα ξεκλειδώσει το μένος του φαροφύλακα και σύντομα οι δυο άντρες θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε έναν εφιάλτη θνητής αλλά ίσως και μεταφυσικής παράνοιας…

‘Curse me if there ain’t an old tar spirit somewhere in you, lad.’

Ακριβώς όπως έκανε και στο THE WITCH έτσι και εδώ ο Robert Eggers αντλεί άφθονη έμπνευση από το παρελθόν ώστε να πει κάτι στο κοινό του σήμερα.

Ο σκηνοθέτης υιοθετεί για τους χαρακτήρες του την Αγγλική διάλεκτο του 19ου αιώνα ενώ οπτικά μας παραπέμπει στο Γερμανικό σινεμά τρόμου των 30s. Τεχνικά ο Eggers εμπνέεται από σκηνοθέτες όπως ήταν οι Fritz Lang ,G.W. Pabst, Béla Tarr και ο Jean Grémillon αλλά και τις ναυτικές ταινίες του Jean Epstein. Από την άλλη η δουλεία που έχει γίνει στους φωτισμούς του φιλμ σχεδόν κραυγάζει ‘Ingmar Bergman‘ !

Θεματολογικά ο ‘Φάρος‘ του σκηνοθέτη λειτουργεί ως ένας ψυχεδελικός πυρετός που σε βυθίζει σε υπαρξιακούς εφιάλτες που τροφοδοτούνται όχι μόνο από ατελείωτα λίτρα κακής ποιότητας αλκοόλ αλλά και από τις θνητές ενοχές των ‘ηρώων‘ του.

Η βραχονησίδα στην οποία βρίσκεται ο φάρος του Eggers φαντάζει ως ένα καταραμένο μέρος όπου ο χρόνος δεν έχει την παραμικρή σημασία και στον οποίο η πραγματικότητα, ή αυτό που ορίζουμε ως ‘πραγματικότητα‘ , γκρεμίζεται σταδιακά και με τρομαχτικό τρόπο. Η , εξαιρετική, φωτογραφία του Jarin Blaschke προσδίδει στο όλο σκηνικό μια αποπνικτική αίσθηση κλειστοφοβίας και ως θεατής θα νιώσεις τρόμο αλλά και περιέργεια καθώς θα μοιραστείς ένα στενό δωμάτιο παρέα με τους δυο φαροφύλακες της ιστορίας.

Το THE LIGHTHOUSE λειτουργεί και ως μια αγωνιώδης μελέτη της καθόδου ενός, ή και δυο , αντρών στην τρέλα. Μια τρέλα που πηγάζει μέσα από τις τύψεις και τις ενοχές αλλά και την ψυχική φθορά που προκύπτει τόσο μέσα από αυτά τα δυο όσο και από την άσκηση ενός αρκετά ζόρικου και απαιτητικού επαγγέλματος. Για τον Eggers η διαχρονική διαδικασία της εξομολόγησης σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται την ‘λύτρωση‘ για έναν άντρα που υποφέρει από τα λάθη και τα φαντάσματα του παρελθόντος του…

Τα ‘αντικείμενα‘ αυτής της μελέτης φροντίζουν να έχουν ακριβώς την επίδραση που χρειάζεται ώστε ο θεατής να συνταραχθεί από τα αποτελέσματα της. Ο Dafoe εδώ παρουσιάζεται απόλυτα ψυχωμένος , ακροβατώντας συνεχώς ανάμεσα στην εκκεντρικότητα και την τρέλα. Σε κάποια ,από τα πολλά , λεκτικά ξεσπάσματα του ο τύπος σου βγάζει ένα τέτοιο μένος που εκείνη την στιγμή νιώθεις ότι έχεις μπροστά σου τον περίφημο και εμμονικό Καπετάνιο Αχάμπ από το Μόμπυ Ντικ του συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ.

Μιας και πιάσαμε τους συγγραφείς ο ‘Φάρος‘ του Eggers κρύβει και ορισμένες ανίερες πινελιές από τις ιστορίες παράνοιας και καταδίκης του H.P.Lovecraft όμως ίσως το πιο τρομερό και μοχθηρό ‘τέρας’ που συναντάμε κατά την διάρκεια της ιστορίας του να είναι κάτι…γλάροι

Υπό φυσιολογικές συνθήκες αυτά τα γαμημένα πτηνά θα έπρεπε να συμβολίζουν την ομορφιά της θάλασσας ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Όμως μιας και δεν υπάρχει τίποτε το ‘φυσιολογικό‘ μέσα στον ‘Φάρο‘ του σκηνοθέτη εδώ οι γλάροι διαστρεβλώνονται σε οιωνούς καταδίκης και σε όργανα τιμωρίας

Μέσα από αυτά τα καταραμένα πουλιά ο σκηνοθέτης κάνει μια ανώμαλη και σαδιστικη αναφορά στην Ελληνική μυθολογία, ακριβώς με τον τρόπο που της αρμόζει!

Πέραν των γλάρων η δεύτερη ερμηνεία που με εξέπληξε ευχάριστα στο THE LIGHTHOUSE είναι εκείνη του Robert Pattinson.

Είναι ξεκάθαρο ότι με κάθε νέα του ταινία ο Pattinson όχι μόνο πασχίζει να αποτινάξει από επάνω του την ταμπέλα του ‘μίστερ Twilight‘ που του έχουν κολλήσει εδώ και χρόνια στο κούτελο αλλά και ότι επιθυμεί διακαώς να βελτιωθεί και να εξελιχθεί σαν ηθοποιός μέσα από ρόλους που θα είναι τολμηροί αλλά και απαιτητικοί. Ο ‘Φάρος‘ του Eggers ‘φωτίζει‘ τις πιο δυνατές αλλά και σύνθετες πτυχές του ερμηνευτικού ταλέντου του Pattinson και εκείνος με την σειρά του παραδίδει μια ερμηνεία όχι ‘φωτεινή’ αλλά αντίθετα τόσο σκοτεινή που θα σε πνίξει ολοκληρωτικά ως θεατή. Η κατάβαση μας μέσα στο σκοτάδι της ψυχοσύνθεσης του χαρακτήρα του μπορεί να είναι μια εξαιρετικά επίπονη υπόθεση όμως στο φινάλε η ανταμοιβή είναι απλά ανεκτίμητη.

Ακριβώς όπως και ο χαρακτήρας του έτσι και εδώ ο Robert Pattinson μοχθεί για την ‘εξιλέωση‘ του σε σχέση με όλα όσα έκανε στο παρελθόν. Και ειλικρινά αν αυτός του ο αγώνας τον οδηγήσει σε περισσότερους τέτοιους ρόλους και ερμηνείες ε τότε ο Indie, o εναλλακτικός και ο πειραματικός κινηματογράφος θα οφείλει πολλά σε εκείνον.

H σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι Dafoe και Pattinson κινείται σε διάφορα επίπεδα και περνάει από πολλές διακυμάνσεις. Αρχικά φαντάζει ως ‘καταναγκαστικό κάτεργο‘, στην πορεία εξελίσσεται σε κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ‘φιλία‘ ενώ στο ενδιάμεσο σου βγάζει και έναν ομοερωτισμό και φυσικά περνάει και από το αναπόφευκτο στάδιο του μίσους και της έχθρας.

Πραγματικά είναι λες και όντως ο σκηνοθέτης να πήρε αυτούς τους δυο άντρες και να τους κλειδαμπάρωσε για μήνες μέσα σε έναν φάρο , στην μέση του πουθενά, και να τους πότιζε σε καθημερινή βάση με αλκοόλ, εμμονές, ενοχές και απομόνωση.

Στο φινάλε όμως ο αληθινός ‘φαροφύλακας‘ εδώ είναι ο σκηνοθέτης.

Με το THE LIGHTHOUSE o Robert Eggers μπορεί να μας εγκλωβίζει σε ένα στενό και περιορισμένο σκηνικό όμως τα μηνύματα και οι συμβολισμοί που συναντάμε σε αυτό είναι πολλά, σύνθετα και βαρύτατης σημασίας. Εδώ ακόμη και ένας απλός και καθημερινός …αυνανισμός μπορεί να ερμηνευτεί σαν ‘πράξη αυτοκαταστροφής‘ και το τρύπιο στρώμα ενός κρεβατιού να αποκτήσει αποκρουστικές και θλιβερές διαστάσεις. Και φυσικά οι γλάροι…αυτοί οι γαμημένοι οι γλάροι…

Διάολε ίσως ο ‘Φάρος‘ να είναι απλά μια ταινία γύρω από έναν διαταραγμένο τυπά που συνεχώς μπεκρουλιάζει, ρίχνει μπουκέτα σε γλάρους και φαντασιώνεται ότι γαμάει γοργόνες…

Ασχέτως με το πως θα ερμηνεύσεις όλα όσα βλέπεις αλλά και ακούς σε αυτό το φιλμ στο φινάλε δεν θα μπορέσεις να μείνεις ανεπηρέαστος μπροστά στην εκτυφλωτική δύναμη τόσο της εικόνας και των ήχων του όσο και της θεματολογίας του. Όπως και να χει στο τέλος το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να κλειστείς κάπου έχοντας ως μοναδική συντροφιά ένα μπουκάλι , τις τύψεις και τους εφιάλτες σου και να ευχαριστείς τους Θεούς της θάλασσας, ή σε ότι ‘θεούς’ πιστεύεις τέλος πάντων , που δεν νιώθεις την ανάγκη να πας να μοιραστείς τα ένοχα μυστικά και τις θνητές σου αδυναμίες και επιθυμίες με έναν άλλο άνθρωπο.

Μετά το THE WITCH ο Robert Eggers συνθέτει μια ακόμη ταινία που υψώνει ένα σταράτο κωλοδάχτυλο σε όλους εκείνους που χρίζουν τους εαυτούς τους ειδήμονες του ‘Horror σινεμά’. Για δεύτερη σερί φορά ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης μας θυμίζει ότι ο Horror κινηματογράφος δεν μεταφράζεται αποκλειστικά σε Jump Scares και ματωμένα θανατικά. Ο γνήσιος τρόμος μπορεί να εμφανιστεί και μέσα από την ψυχολογική βία. Μάλιστα καμιά φορά αυτού του είδους η βία μπορεί να σε επηρέασει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό…

‘Now, swab, dog. Swab!’

Στο THE LIGHTHOUSE o Robert Eggers μας βυθίζει σε ένα σκοτάδι καταπίεσης και ενοχών τόσο βαθύ και πυκνό που ακόμη και ο πιο ισχυρός φάρος δεν μπορεί να το φωτίσει και να σου επιτρέψει να βρεις μέσα του κάποια εξιλέωση ή έστω μια στάλα ελπίδας.

Βαθμολογία : Οι γλάροι, οι γλάροι…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: