THE SOUND OF METAL : Η στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις αν μπορείς να παίξεις τον δίσκο από την άλλη πλευρά…

By Αντρέι Κοτσεργκιν

Is the volume loud enough?”

Ο Ruben, ντράμερ σε ένα Punk ντουέτο το οποίο έχει σχηματίσει με την κοπέλα του, κατά την διάρκεια μιας συναυλίας “χάνεται” σε ένα ενοχλητικό βουητό που “σολαρει” μέσα στο κεφάλι του. Με την εμπειρία του και μόνο ο μουσικός κατορθώνει να σώσει το Live.

Την επόμενη μέρα ο Ruben διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να ακούσει ούτε καν το θορυβώδες μπλέντερ με το οποίο φτιάχνει ροφήματα στην γυναίκα που αγαπά. Καθώς πιάνει τα αυτιά του ο ντράμερ αρχίζει να ουρλιάζει…

Μόλις ο Ruben καταλαβαίνει ότι η αποπνικτική σιωπή μέσα στην οποία ξαφνικά ξύπνησε δεν λέει να φύγει στο πρόσωπο του σχηματίζεται μια έκφραση γνήσιου φόβου.

Στο THE SOUND OF METAL ο σκηνοθέτης Darius Marder παρατηρεί την κατάβαση ενός άντρα μέσα στην απόλυτη σιωπή, την αμφιβολία και την απόγνωση.

Ο Marder αποφεύγει το κλισέ μελόδραμα. Προσεγγίζει το ζήτημα άλλες φορές κλινικά, άλλες με ωμότητα όμως που και που δείχνει και μια ευαισθησία. Η ευαισθησία αυτή πηγάζει κυρίως μέσα από τον Joe. Τον άνθρωπο που αναλαμβάνει να διδάξει στον Ruben πως να ζει ως κωφαλαλος πλέον.

Ο Joe εξαρχής ξεκαθαρίζει στον νέο μαθητή του ότι το κέντρο στο οποίο θα φιλοξενηθεί ΔΕΝ είναι ένα μέρος “γιατρειάς“. Δεν είναι κάποιο “συνεργείο” που θα φτιάξει την ζημιά που υπέστησαν τα αυτιά του ώστε να τον στείλουν πίσω στην παλιά του ζωή, πίσω στα εκκωφαντικά ντραμς και τις τουρνέ μέσα σε ένα τροχόσπιτο . Το μέρος αυτό βρίσκεται εκεί ώστε να διδάξει στον Ruben πως να ζει με την πάθηση του.

Η σχολή του Joe λειτουργεί σαν ένα κέντρο απεξάρτησης. Και δεν είναι το πρώτο που επισκέπτεται ο Ruben στην ζωή του. Στο παρελθόν ο μουσικός αντιμετώπισε έναν σοβαρό εθισμό στην ηρωινη. Έδωσε την μάχη του και τον ξεπέρασε. Όμως αυτού του είδους τους εθισμους δεν μπορείς ποτέ σου να τους “νικήσεις” ολοκληρωτικά. Μόλις αποδεχτείς το πρόβλημα σου και αποφασίσεις να το αντιμετωπίσεις από κει και ύστερα κάθε μέρα αποτελεί και μια καινούργια μάχη. Η πάθηση που πλήττει τον Ruben αποτελεί έναν πιθανό λόγο ώστε εκείνος να υποτροπιασει και να ξεπέσει πάλι στην ηρωινη. Βλέποντας τον Ruben, μόλις έχει πάρει πρέφα ότι χάνει την ακοή του, να ζητά μανιωδώς ένα γαμημενο τσιγάρο (ενώ το έχει κόψει μαχαίρι εδώ και μια πενταετία σχεδόν) μέσα σου το νιώθεις ότι η επιστροφή του σε χειρότερες και πιο επικίνδυνες συνήθειες είναι καθαρά θέμα χρόνου. Ο Joe το βλέπει αμέσως αυτό. Υπήρξε και ο ίδιος στο παρελθόν αλκοολικός. Όταν χάνεις την ακοή σου σε έναν τρομερό πόλεμο, όπως ήταν εκείνος στο Βιετνάμ, το μπουκάλι δεν φαντάζει και τόσο κακή “λύση” για τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις…

Όντας ένας ικανότατος και απόλυτα προσυλωμενος ντράμερ ο Ruben γρήγορα καταλήγει να διαπρέπει στα μαθήματα του. Γίνεται εξπέρ στην νοηματική, μαθαίνει πως να κινείται μέσα σε ένα απόλυτα σιωπηλό περιβάλλον και πως να επικοινωνεί ξανά με τους ανθρώπους γύρω του . Όμως κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο. Στην τελική ένας μουσικός που αφιερώνει όλο του το είναι στο να μάθει νότες και να κρατάει τον ρυθμό μπορεί να μάθει και πως να επικοινωνεί με τα χέρια του. Το ότι ο Ruben τα πηγαίνει περίφημα στα μαθήματα του δεν αποτελεί έκπληξη. Εδώ η αληθινή πρόκληση για τον Ruben είναι να μπορέσει να αποδεχτεί την νέα του κατάσταση.

” Everybody here shares in the belief that being deaf is not a handicap. Not something to fix.”

O Joe, ως πρώην εξαρτημένος και ο ίδιος, εξαρχής αντιλαμβάνεται ότι το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνει ο Ruben είναι να αποδεχτεί την τωρινή του κατάσταση. Ο ηθοποιός Paul Raci αν και αυστηρός δάσκαλος σου βγάζει μια τόσο ζέστη ανθρωπιά μέσα από την ερμηνεία του που ως θεατής νιώθεις ότι σε τυλίγει με αυτήν. Είναι λες και σου πετάει μια χοντρή και ζέστη κουβέρτα στην μέση ενός παγετου. Όμως ο Ruben δεν είναι ακόμη έτοιμος να “ακούσει” τις διδαχές αυτού του μέντορα.

Όσο και αν διαπρέπει στα μαθήματα του ο Ruben ποτέ του δεν νιώθει αρκετά σίγουρος και έτοιμος ώστε απλά να κάτσει γαλήνιος μέσα στην απόλυτη σιωπή του. Ο μεταλλικός ήχος του έξω κόσμου, του κόσμου που άφησε τόσο απότομα πίσω του, εξακολουθεί να τον καλεί με εκκωφαντικό τρόπο. Και ο ντράμερ αδυνατεί να αντισταθεί στο κάλεσμα του…

To THE SOUND OF METAL είναι πιο “βαρίδι” ταινία και από συναυλία της πιο σκληρής μεταλ μπάντας.

Και ναι η συναυλία εδώ αποτελεί ομαδική δουλειά. Σκηνοθέτης και cast σχηματίζουν μια εξαιρετική “μπάντα“. Αλλά είναι ο Riz Ahmed εκείνος που κλέβει την παράσταση χάρη στην εξαιρετική του ερμηνεία. Ο ηθοποιός μέσα σε κάτι λιγότερο από οχτώ μήνες όχι μόνο έγινε λαϊκό μαστορι στα ντραμς αλλά έμαθε και την νοηματική γλώσσα. Το πάθος, η καυλα και η προσυλωση που επιδεικνύει εδώ ο Ahmed απέναντι στον ρόλο του μου θυμίζουν τον Robert DeNiro των 70s και 80s. Ιδού ένας υπέρμετρα αποφασισμένος και ταλαντούχος ηθοποιός που προσφέρει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή του στην κινηματογραφικη τέχνη. Και διαολε εδώ δεν χάνει τον ρυθμό του ούτε σε μια σκηνή!

Όμως θα ήταν εγκληματική αμέλεια εκ μέρους μου να μην αναφέρω και τον αθέατο συμπρωταγωνιστη του Ahmed εδώ :

Τον ήχο.

Η δουλειά που έχει γίνει σε αυτόν τον τομέα από τον σκηνοθέτη και τους συνεργάτες του είναι απλά εξαιρετική. Από τα εκκωφαντικά σόλο των ντραμς στην αρχή στο πρώτο ενοχλητικό βουητό στα αυτιά του Ruben και από κει στην απόλυτη σιωπή η ηχητική διαδρομή εδώ δεν γίνεται να μην σε καθηλώσει. Προς το φινάλε έχουμε και μια τρομαχτική διαστρεβλωση των ήχων που μέχρι στιγμής τους θεωρούσαμε ως κάτι το “δεδομένο” στην καθημερινότητα μας…

Ο ήχος σε αυτή την ταινία δεν “συνοδεύει” απλά τους ήρωες. Δεν “ντύνει” την ιστορία. Αντίθετα αποτελεί ένα κρίσιμο και αναπόσπαστο κομμάτι τους. Ακόμη και η ολική απουσία του σε ορισμένες σκηνές παίζει τον ρόλο της. Ότι πασχίζει να κάνει στις ταινίες του ο Nolan εδώ και χρόνια ο Marder το επιτυγχάνει με την τεχνική ενός γνήσιου μαέστρου.

Υπέροχο είναι και το στήσιμο μίας κοινότητας από τον σκηνοθέτη. Ο Marder χρησιμοποίησε κωφαλαλους ηθοποιούς και η όλη διαδικασία της εκμάθησης της νοηματικής φαντάζει ζόρικη και απαιτητική αλλά ταυτόχρονα και όμορφη. Είναι λες και βγάζουν τις δικές τους “νότες” μονάχα με τις κινήσεις των χεριών τους!

Κάτι άλλο που εκτίμησα / θαύμασα σε αυτό το φιλμ είναι το πως αποδίδουν οι Marder και Ahmed την διαδρομή που καλείται να διανύσει ο ήρωας τους. Ο Ruben ένας άνθρωπος που ζει αποκλειστικά για να παίζει μουσική καταλήγει εξαιτίας της να χάσει την ακοή του. Η ίδια τέχνη που κάποτε τον έσωσε από έναν πιθανό θάνατο τώρα φαίνεται να τον σπρώχνει πίσω σε αυτόν. Και να που στην συνέχεια καταλήγει σε έναν νέο και σιωπηλό κόσμο που επίσης μπορεί να τον οδηγήσει και στα δύο μονοπάτια. Ο σκηνοθέτης απεικονίζει τα μαθήματα στην σχολή κωφαλαλων λες και είναι “μαθήματα μουσικής“. Μπορεί ο μουσικός Ruben να “πέθανε” όμως μέσα από αυτή την διαδικασία μοιάζει να αναγεννιεται. Από ένα σημείο και ύστερα είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται να χάσει τον ρυθμό των χεριών του.

Το ερώτημα είναι τι σκατα γίνεται με τους “ρυθμούς “που” έχουν το μυαλό και η καρδιά του…

Ο καθένας μας στην διάρκεια της ζωής του θα βιώσει απώλειες. Κάποιες είναι μικρές και άλλες πιο μεγάλες. Όμως εύκολα ή δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν. Θέλουν απλά χρόνο και τρόπο. Να όμως που υπάρχουν και εκείνες οι απώλειες που φαντάζουν ως απροσπέλαστο εμπόδιο και ασήκωτο φορτίο. Τις περισσότερες φορές έχουν να κάνουν με εκείνο το πράγμα ή πρόσωπο ή το χάρισμα που μας δίνει κουράγιο και κίνητρο να προχωράμε στην ζωή νιώθοντας ότι κάνουμε κάτι που έχει έναν απώτερο σκοπό ή αξία. Αυτό το κάτι που μας κάνει ολοκληρωμενους και ευτυχισμενους ακόμη και στα μεγαλύτερα ζόρια. Και άμα το χάσεις αυτό το κάτι ο δρόμος που καλούμαστε να διανύσουμε αρχίζει να φαντάζει εξαιρετικά δύσβατος έως και φραγμενος…

Το, φοβερό , αυτό φιλμ μελετά μια τέτοια απώλεια. Όμως η πιο ζόρικη στιγμή του είναι όταν μας θυμίζει ότι το πραγματικά δύσκολο κομμάτι είναι να μοιραστουμε αυτή την απώλεια με το πρόσωπο που αγαπαμε. Δεν είναι τόσο η στιγμή της αποκάλυψης που σου πνίγει τα σωθικά αλλά κυρίως η σκέψη ότι είσαι έτοιμος να ρίξεις ένα μέρος από το βάρος σου στο άτομο που αγαπάς. Νιώθεις ότι είναι “άδικο” να φορτώσεις κομμάτια του πόνου, του άγχους και της απόγνωσης σου επάνω του. Και μετά είναι η σκέψη “για πόσο καιρό ακόμη θα αντέχει αυτός ο άνθρωπος να μοιράζεται το βάρος μου…”.

“You don’t need to fix anything here.”

To THE SOUND OF METAL δεν είναι τόσο ένα δράμα γύρω από έναν, επιρρεπή στις εξαρτήσεις, μουσικό που αναγκάζεται να στερηθεί βίαια την τέχνη επάνω στην οποία αφιέρωσε όλο του το είναι. Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο μια μελέτη εξάρτησης και απεξάρτησης.

Είναι η κρίσιμη δοκιμασία όπου κάποιος σε προτρέπει να κλειδωθείς μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο και ολομόναχος να προσπαθήσεις να αντιληφθείς το ποίος είσαι πλέον και να αποφασίσεις αν μπορείς να ζήσεις ως ο τωρινός σου εαυτός.

Στο τέλος ο Ruben πρέπει να καταλάβει ότι δεν έχει νόημα να προσπαθείς να κάνεις “rewind” σε έναν φθαρμενο δίσκο. Του αλλάζεις απλά πλευρά και αφηνεσαι στις μελωδίες της νέας σου ζωής.

Υ. Γ. Αφιερωμένο στην Κατερίνα. Σε μια εποχή όπου έχω χάσει τους ρυθμούς μου εσύ κρατάς πεισματικά την βελόνα καρφωμένη επάνω στο πικάπ μας και η μουσική συνεχίζεται…

❤️

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: