Le Garcons Sauvages : Ένα άγριο , σεξουαλικό και διαφορετικό παραμύθι.

by Αντρέι Κοτσεργκίν

ΠΡΟΣΟΧΗ : Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνειζουμερά‘ SPOILERS…

Τοποθετημένο κάπου στον 20ο αιώνα το Le Garcons Sauvages (aka The Wild Boys) επικεντρώνεται σε μια ομάδα από εξαιρετικά θρασείς και καυλωμένους έφηβους που παρουσιάζουν έντονη παραβατική συμπεριφορά. Οι νέοι αυτοί, που ανήκουν στην προνομιούχα τάξη, κατακλύζονται από μια σεξουαλική επιθετικότητα την οποία αδυνατούν να την περιορίσουν. Και κάπως έτσι μια μέρα , και ενώ κάνουν μια ανάγνωση του Σεξπιρικού Macbeth, τα ατίθασα αυτά αγόρια αρχικά μεθάνε και στην συνέχεια επιτίθενται στην καθηγήτρια λογοτεχνίας για την οποία όλα τους νιώθουν μια άσβεστη κάψα.

Την ρίχνουν κάτω και προβαίνουν σε έναν ομαδικό αυνανισμό ο οποίος κυριολεκτικά πιτσιλάει το κινηματογραφικό πανί από άκρη σε άκρη με μια πρωτόγονη ορμή. Ύστερα από αυτό το απρόσμενο ‘Bukake Party’, το οποίο εκδηλώνεται με έναν σχεδόν μυσταγωγικό τρόπο, τα αγόρια δένουν την καθηγήτρια τους επάνω σε ένα άλογο το οποίο την σέρνει κυριολεκτικά στον θάνατο της…

Στο Le Garsons Sauvages o Bertrand Mandico σκηνοθετεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και κάνει τα πάντα ώστε αυτή να αποτυπωθεί ανεξίτηλη στα μάτια σου και να κολλήσει στο υποσυνείδητο σου με τον ίδιο τρόπο που το σπέρμα κολλάει επάνω στο παντελόνι σου.

Κάθε έγκλημα επιφέρει και μια τιμωρία και έτσι εδώ η τιμωρία των αγοριών είναι να καταλήξουν για ένα διάστημα στα χέρια ενός μυστηριώδη και εξαιρετικά αρρενωπού Καπετάνιου.

Ο Καπετάνιος αφού δέσει τους ανήλικους παραβάτες με σκοινιά και τα συστήσει στις ταλαιπωρίες και τους εξευτελισμούς του απέραντου ωκεανού στην συνέχεια τα οδηγεί σε ένα ερημικό νησί όπου θα ξεκινήσει η διαδικασία της ‘μεταμόρφωσης‘ τους.

Η μεταμόρφωση αυτή θα αποτινάξει από μέσα τους όλες τις βίαιες και αναίσχυντες ορμές που πηγάζουν από την σεξουαλικότητα τους και θα τους εξελίξει σε πειθαρχημένα και ‘σωστά‘ παιδιά.

Η τουλάχιστον έτσι δηλώνει ο Καπετάνιος στους πλούσιους γονείς των αγοριών…

Οπτικά το Le Garcons… με σαγήνευσε ενώ θεματολογικά με ‘βίασε‘ με μια σωρεία από ανατροπές και εκπλήξεις.

Ο Mandico ακροβατώντας ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και στο έγχρωμα μας δίνει εικόνες γεμάτες σουρεαλιστικές λεπτομέρειες αλλά και άφθονη ομορφιά. Μια ομορφιά που πηγάζει όχι από κάποιον κλισέ ρομαντισμό αλλά από μια αρχέγονη σεξουαλικότητα η οποία κατακλύζει κυριολεκτικά τα πάντα στην ταινία. Σε αυτό το φιλμ τα φρούτα μοιάζουν με τριχωτά αρχίδια και οι θάμνοι με υγρά σκέλια γυναικών !

Ο ερωτισμός που διακρίνει την ταινία ποτέ του δεν θα σε κάνει να νιώσεις σιχαμάρα ούτε όμως και θα σε διεγείρει. Αντίθετα κινείται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δυο συναισθήματα μιας και εκπέμπει τόλμη , ευρηματικότητα και σε προτρέπει να τον εξερευνήσεις αντί να κλείσεις απλά τα μάτια σου μπροστά στην θέα του.

Θεματολογικά πάλι το Le Garcons ανατρέπει ολοκληρωτικά τις προσδοκίες σου σε κάθε στιγμή του. Ο σκηνοθέτης στην πρώτη του πράξη, μέσω ενός εγκλήματος σεξουαλικής φύσης , ξεκινάει τα ‘προκαταρκτικά‘ απέναντι στον θεατή και μας ξεγελά για το τι ύφος θα ακολουθήσει στην συνέχεια η ταινία του. Η πρώτη πράξη ζέχνει από σκληρότητα και σαδισμό. Τα αγόρια του δεν φαντάζουν μονάχα άγρια αλλά λειτουργούν ως οι πιο μουλωχτοί Μπάσταρδοι. Μπάσταρδοι που δεν δείχνουν την παραμικρή διάθεση μεταμέλειας για το φριχτό έγκλημα που διέπραξαν…

Και όμως αφού τα αγόρια φτάσουν στο μυστηριώδες νησί και εισέρχονται στην φάση της ‘μεταμόρφωσης‘ τους το Le Garcons…ξαφνικά μεταβάλλεται σε μια περιπετειώδη ιστορία τύπου ‘Lord Of The Flies’ μονάχα που εδώ έχουμε και αρκετές ανατροπές. Ο Καπετάνιος δένει το ‘πλήρωμα‘ του με σκοινιά και αναγκάζει τα αγόρια να τρέφονται με κάτι ζουμερά και τριχωτά φρούτα και να έχουν μια άμεση και θερμή ‘επαφή‘ με την βλάστηση του νησιού. Ουσιαστικά εδώ ολόκληρο το νησί λειτουργεί ως ένα τεράστιο και υγρό ‘μουνί‘ το οποίο ‘θρέφει‘ τα αγόρια με ποικίλους τρόπους…

Η πρώτη ανατροπή μας έρχεται όταν αρχίζουμε να βλέπουμε τα αγόρια να βγάζουν βυζιά και να τους πέφτουν κάτω στην άμμο οι παργαλάτσοι τους. Ναι οι ίδιοι παργαλάτσοι που τους οδήγησαν πρώτα σε ένα έγκλημα και στην συνέχεια σε μια τιμωρία…

Η ανακάλυψη ότι αυτοί οι ανήλικοι μπήχτες μεταμορφώνονται σταδιακά σε γυναίκες διακρίνεται από μια υπέροχη ειρωνεία. Να μια ομάδα από βιαστές που ετοιμάζεται να εξελιχθεί σε ένα τσούρμο από γυναίκες που εύκολα θα μπορούσαν να αποτελούν τα μελλοντικά θύματα τους…

Η δεύτερη μεγάλη αποκάλυψη της ταινίας μας έρχεται προς το φινάλε όπου και ανακαλύπτουμε ότι τους χαρακτήρες των ‘άγριων αγοριών’ ενσαρκώνει ένα ολότελα γυναικείο cast ! Αυτή η ανατροπή του σκηνοθέτη εξελίσσει το Les Garcons σε ένα Coming of Age παραμύθι.

Το cast δίνει τα ρέστα του ερμηνευτικά και το γεγονός ότι εδώ γυναίκες παίζουν τα αγόρια προσδίδει στην μεταμόρφωση των χαρακτήρων μια ‘φυσικότητα‘ και μια εντελώς διαφορετική αξία. Μπορώ να υποθέσω ότι για ορισμένες από τις ηθοποιούς οι ρόλοι που ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας εδώ μπορεί να λειτούργησαν και ως μια μοναδική και σπουδαία ευκαιρία να ‘εξορκίσουν‘ κάποια προσωπικά τραύματα του παρελθόντος…

Ως κινηματογραφικός ‘παραμυθάς‘ ο Bertrand Mandico αποδεικνύεται άξιος συνεχιστής των διδαχών και της κληρονομιάς ‘τριπαρισμένων‘ σκηνοθετών όπως υπήρξε ο Ken Russell αλλά και τολμηρών και ευρηματικών παραμυθάδων όπως ο Terry Gilliam.

Ακριβώς όπως έκανε και ο Gilliam, στις παλιές καλές εποχές του, έτσι και σήμερα ο Mandico μας θυμίζει ότι τα παραμύθια δεν είναι ανάγκη πάντοτε να δείχνουν συνεχώς ‘φωτεινά‘ και να διακατέχονται από εύπεπτα μηνύματα. Καμία φορά εκείνα τα παραμύθια που πραγματικά χρειαζόμαστε ώστε να μάθουμε κάτι από τα ‘διδάγματα‘ τους είναι εκείνα που διακρίνονται από ένα αποπνικτικό σκοτάδι. Ένα σκοτάδι μέσα στο οποίο ο εκάστοτε παραμυθάς θα μας βυθίσει και θα μας αφήσει να το εξερευνήσουμε και να πασχίσουμε μέσω αυτής της εξερεύνησης να μελετήσουμε και να ερμηνεύσουμε τις πιο πρωτόγονες και ‘υγρές‘ πτυχές της θνητής μας φύσης και των παρορμήσεων μας.

Το Le Garsons Sauvages είναι ακριβώς ένα τέτοιο παραμύθι. Ο δημιουργός του Birtrand Mandico επιστρατεύοντας τις τεχνικές ενός λαμπρού , ένδοξου και τολμηρού παρελθόντος καταλήγει να μας μιλάει για ορισμένα εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα του σήμερα και αυτό είναι απλά υπέροχο.

Σε μια εποχή όπου το σινεμά συνεχώς μας μοστράρει την ‘διαφορετικότητα‘ ώστε στο τέλος απλά να μας πουλήσει τα ίδια και τα ίδια αποστειρωμένα και άτολμα ‘μηνύματα‘ τα ‘άγρια αγόρια’ του Mandico φαντάζουν εξαιρετικά ευπρόσδεκτα και πολύτιμα. Εδώ ο δημιουργός σβήνει τα ‘σύνορα‘ ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα, τα όρια που μας βάζει το κάθε φύλο ενώ πειραματίζεται με συναρπαστικό αλλά και ουσιώδη τρόπο επάνω στην κινηματογραφική απεικόνιση της σεξουαλικότητας. Παράλληλα ‘τιμωρεί‘ εκείνους τους σκληρούς αλλά και αδύναμους άντρες όχι βάζοντας τα θύματα τους να τους εκδικηθούν με τρόπο που θα μας παραπέμπει στις γραφικές (αλλά και πάντοτε απολαυστικές) διδαχές του Exploitation σινεμά περασμένων δεκαετιών. Αντίθετα εδώ ο σκηνοθέτης βάζει κυριολεκτικά τους θύτες στην θέση και την ψυχοσύνθεση των θυμάτων τους και τους αναγκάζει να αντικρίσουν όλες τις δυσκολίες που κατά καιρούς καλείται να ανεχτεί ή να αντιμετωπίσει μια γυναίκα έξω σε έναν κόσμο αντρών που απλά δεν μπορούν να ελέγξουν τις καύλες τους…

Παίρνοντας έναυσμα από την ερμηνεία της Kate Blanchett στο I’m Not There, όπου υποδύθηκε τον Bob Dylan, o Mandico μας θυμίζει ότι στην τέχνη της υποκριτικής δεν έχει σημασία το ‘ποίος παίζει ποίον’ και ότι η αξία μιας ερμηνείας ποτέ δεν πρέπει να καθορίζεται από το φύλο, το χρώμα ή τα όποια χαρακτηριστικά του εκάστοτε ερμηνευτή. Στην τελική το μόνο που έχει αξία είναι το πόσο καλά παίζει κανείς. Μια αλήθεια που ενώ θα έπρεπε να είναι αυτονόητη τελικά να που όσο περνάει ο καιρός φαίνεται να ξεχνιέται ή να αγνοείται επιδεικτικά από μέρους του κοινού και των κριτικών.

Το Les Garcons Sauvages μας παρουσιάζει όντως κάτι το διαφορετικό σε μια εποχή όπου οι μισές και βάλε ταινίες κραυγάζουν ότι είναι ‘διαφορετικές‘ ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που αλλάζει κάθε φορά είναι το περιτύλιγμα τους. Στο φινάλε το μόνο αρνητικό που μπορώ να προσάψω στον Bertrand Mandico είναι ότι ύστερα από την προβολή αυτής της ταινίας τα φρουτάκια που τρώω κατά καιρούς ποτέ τους δεν θα έχουν την ίδια γεύση…

Βαθμολογία : O Mandico είναι το χαμένο ‘μπάσταρδο‘ των Ken Russell και Terry Gilliam που έρχεται στο προσκήνιο ώστε να μας δώσει τα δικά του αμφιλεγόμενα , προβοκατόρικα αλλά και πολύτιμα ‘παραμύθια‘.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website at WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: