Midnight Cowboy : Ακόμη και οι macho καουμπόηδες καμιά φορά δυσκολεύονται να δαμάσουν την ζωή και τα κενά τους…

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘Uh, well, sir, I ain’t a f’real cowboy. But I am one helluva stud!’

Κάπου στην Νέα Υόρκη των 60s ένας ‘καουμπόη‘ συναντά έναν ‘ποντικό‘.

Ο πρώτος εκδηλώνει την επιθυμία του να βρει δουλειά ως ζιγκολό και ο δεύτερος του τάζει ότι θα του βρει έναν έμπειρο νταβατζή που θα τον βοηθήσει να στήσει τον μύθο του ανάμεσα στις πλούσιες και καυλωμένες κυρίες της μεγάλης πόλης. Και η αλήθεια είναι ότι ο Joe Buck έχει ανάγκη από έναν μύστη που θα τον μπάσει στα κόλπα της δουλειάς. Ο θηριώδης Buck ισχυρίζεται ότι έχει τα απαραίτητα προσόντα ανάμεσα στα πόδια του όμως ξεκάθαρα του λείπει ο τρόπος ώστε να προσεγγίσει την πελατεία που επιθυμεί να αποκτήσει.

Διάολε στην πρώτη του απόπειρα στο ψωνιστήρι ο άντρας αυτός κατέληξε όχι μόνο να μην βγάλει χρήματα αλλά αναγκάστηκε κιόλας να πληρώσει την παλιόγρια με την οποία πλάγιασε !

Ο Enrico Salvatore Rizzo, γνωστός στην πιάτσα ως ‘Ratso‘ , του τάζει χρήμα και σαρκικές απολαύσεις όμως ο άντρας αυτός κάνει ακριβώς μονάχα αυτό :

Δίνει υποσχέσεις που είναι παντελώς κούφιες.

Ο αφελής ‘καουμπόης’ θα πιστέψει τις υποσχέσεις ενός άντρα που μοιάζει όντως με ποντικό και του δίνει τα τελευταία είκοσι δολάρια του και ο δεύτερος τον στέλνει στην πρώτη του πελάτισσα.

Αυτή αποδεικνύεται τελικά ένας… σαλεμένος θρησκόληπτος και ομοφυλόφιλος άντρας

Ο Joe Buck το βάζει έντρομος στα πόδια και όντας πλέον άφραγκος και άστεγος αποφασίζει να τον δώσει πίπα σε έναν νεαρό μέσα σε κάποιο από τα αμέτρητα τσοντάδικα της Νέας Υόρκης. Να όμως που τελικά ο νεαρός του ομολογεί ότι δεν έχει ούτε ένα δολάριο επάνω του…

O καουμπόης γραπώνει τον νεαρό και απειλεί ότι θα τον σαπίσει στο ξύλο αν εκείνος δεν του δώσει ως αντάλλαγμα το ρολόι του όμως τελικά υποκύπτει στην καλοσύνη του και τον αφήνει ελεύθερο. Βλέπεις ο Joe είναι ακόμη ένας ‘πρωτάρης‘ που δεν ξέρει πως να κινείται και να επιβιώνει στο ‘μεγάλο μήλο‘ .

Όμως πέραν της αγαθής του φύσης ο καουμπόης διακατέχεται και από μια υπερηφάνεια σαν και αυτή που μονάχα τα γνήσια τέκνα του Τέξας μπορούν μονάχα να την έχουν. Και κάπως έτσι ο Joe ξεκινά να αναζητεί τον άντρα που τον πούλησε για μια χούφτα δολάρια.

Τελικά ο Joe Buck κατορθώνει να εντοπίσει και να στριμώξει τον ‘Ratso‘ όμως για ακόμη μια φορά η συναναστροφή του με έναν κάτοικο αυτής της καταραμένης πόλης θα έχει αναπάντεχη εξέλιξη. Ο ‘ποντικός‘ προσφέρει στον καουμπόη ένα καταφύγιο στο ‘λαγούμι‘ του, ένα ερημικό σπίτι στο οποίο έχει κάνει κατάληψη , και παράλληλα συνάπτουν μια ‘επαγγελματική συνεργασία’.

Η συνεργασία αυτή θα περάσει από πολλά στάδια και διακυμάνσεις και γρήγορα θα εξελιχθεί σε μια σαφώς βαθύτερη και πιο σύνθετη σχέση. Μια σχέση που έμελλε να κριθεί ως μια από τις πιο αμφιλεγόμενες σχέσεις ανάμεσα σε δυο άντρες στο Αμερικάνικο σινεμά των 60s

Για ορισμένους θεατές και κριτικούς το δέσιμο ανάμεσα σε ‘καουμπόη‘ και ‘ποντικό’ μεταφράστηκε ως ένα ‘Bromance’ , άλλοι πάλι την ερμήνευσαν ως μια σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε δυο ολότελα πληγωμένους και θλιμμένους άντρες. Και στο τέλος υπήρξαν και εκείνοι που διέκριναν ανάμεσα στους δυο ‘ήρωεςέναν γνήσιο ομοερωτισμό.

Το υπέροχο της όλης υπόθεσης είναι ότι το Midnight Cowboy, του σκηνοθέτη John Schlesinger μπορεί όντως να ερμηνευτεί και με τους τρεις παραπάνω τρόπους.

Όπως και να χει ,και ασχέτως με το πως θα ερμηνεύσεις αυτό το φιλμ , την ιστορία και τους χαρακτήρες του , στο φινάλε διαπιστώνεις δυο πολύ συγκεκριμένα πράγματα γύρω από αυτό :

Η ταινία του Schlesinger έχει τεράστια αρχίδια και μια ακόμη μεγαλύτερη καρδιά.

H σχέση ανάμεσα σε ‘καουμπόη’ και ‘ποντικό’ μεταφράζεται σε πανίσχυρη εικόνα όχι μονάχα χάρη στην ευρηματική και αρτιστική σκηνοθεσία του Schlesinger αλλά και χάρη στις εξαιρετικές ερμηνείες ενός πρωταγωνιστικού διδύμου που είναι απόλυτα αφοσιωμένο στους ρόλους που καλείται να φέρει εις πέρας.

Ο Dustin Hoffman εκείνη την εποχή ανησυχούσε ότι το φουλ Αμερικάνικο παρουσιαστικό του μπορούσε να του κοστίσει τον ρόλο. Και κάπως έτσι αποφάσισε να προσκαλέσει τον υπεύθυνο του casting σε έναν γωνιακό δρόμο της Νέας Υόρκης και να εμφανιστεί μπροστά του ντυμένος με κάτι βρώμικα κουρέλια… Το στέλεχος της United Artists περίμενε τον διάσημο ηθοποιό για αρκετά λεπτά και όταν ένας ‘άστεγος ζητιάνος’ ,που επί τόση ώρα βρισκόταν δίπλα του και ζητούσε από τους περαστικούς κάνα ψιλό, του αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα ο τυπάς έμεινε με το στόμα ανοιχτό !

Αξίζει να σημειωθεί ότι η , περίφημη πλέον, σκηνή όπου ο ‘Ratso‘ παραλίγο να γίνει χαλκομανία από ένα ταξί , το οποίο περνάει με κόκκινο, και στην συνέχεια ουρλιάζει τσαντισμένος στον οδηγό ‘Hey, we’re WALKING here!ΔΕΝ ήταν προγραμματισμένη να εκτυλιχτεί έτσι. Το περιστατικό αυτό συνέβη στα αλήθεια μιας και ο σκηνοθέτης απέτυχε να εξασφαλίσει από τις αρχές της Νέας Υόρκης την απαραίτητη άδεια ώστε να κλείσει τον δρόμο για να γυρίσει την σκηνή που ήθελε και έτσι αποφάσισε να την γυρίσει στα κρυφά όπως και να χει ! Η αρχική αντίδραση του Hoffman είναι 100% αυθεντική μιας και ο πρωταγωνιστής όχι μόνο φοβήθηκε για την ζωή του αλλά και εκνευρίστηκε πιστεύοντας ότι ο απρόσεκτος ταρίφας θα χάλαγε την σκηνή του. Έτσι μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ο ευρηματικός Hoffman αποφάσισε να προβεί σε έναν αυτοσχεδιασμό που θα έσωζε την σκηνή του ! Μάλιστα παρέσυρε και τον συνάδελφο του Jon Voight καθώς ο δεύτερος επίσης παρέμεινε πιστός στον χαρακτήρα του.

Η παρουσία και η μέθοδος του Dustin Hoffman εδώ είχε άμεσο και θετικό αντίκτυπο όχι μόνο επάνω στην δική του ερμηνεία αλλά και σε εκείνη του συνεργάτη του. Ο Voight αν και ‘ψάρακας‘ ερμηνευτικά δίνει τα ρέστα του και μέχρι και σήμερα το Midnight Cowboy ίσως να αποτυπώνει την καλύτερη ερμηνεία ολόκληρης της καριέρας του.

Οι δυο πρωταγωνιστές εδώ συνθέτουν ένα από τα πιο εμβληματικά δίδυμα της ιστορίας του σινεμά και κατέληξαν να προταθούν και οι δυο τους για τα Όσκαρ Α’ και Β’ ανδρικού ρόλου αντίστοιχα !

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Voight όταν τα γυρίσματα της ταινίας ολοκληρώθηκαν, στο Τέξας, εκείνος παρατήρησε ότι το πρόσωπο του σκηνοθέτη είχε γίνει κατακόκκινο . Ο Voight φοβήθηκε ότι ο Schlesinger έπαθε ‘καρδιακό επεισόδιο’ και τον ρώτησε τι τρέχει…

‘ Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε ‘ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ? Τι θα νομίζουν για εμάς ? Γυρίσαμε μια ταινία γύρω από έναν λαντζιέρη που ζει στην Νέα Υόρκη και γαμάει ένα κάρο γυναίκες…’

Αυτά είχε δηλώσει ο Voight στο παρελθόν και στην συνέχεια αποκάλυψε και τα λόγια που επιστράτευσε ώστε να καλμάρει τον σκηνοθέτη του :

‘ John το υπόλοιπο της καλλιτεχνικής ζωής μας θα επισκιαστεί από το γεγονός ότι γυρίσαμε αυτό το αριστούργημα.’

Εκείνη την στιγμή ο Voight ένιωθε ότι έλεγε στον σκηνοθέτη του απλώς αυτά που είχε ανάγκη να ακούσει ώστε να επανέλθει στα λογικά του. Σήμερα πάλι ο Jon Voight είναι πεπεισμένος ότι τελικά είπε την αλήθεια και κανείς δεν μπορεί να τον κριτικάρει για αυτή του την πεποίθηση !

Όμως στην τελική το Midnight Cowboy οφείλει τα πάντα στον σκηνοθέτη του. Παρακινούμενος από τις προσωπικές του εμπειρίες στην Νέα Υόρκη ο Schlesinger επιθυμούσε με όλο του το είναι να αποτυπώσει στο πανί μια μίξη της απόγνωσης αλλά και του χιούμορ που διέκρινε στα στενά της πόλης. Και τα κατάφερε περίφημα !

Εκεί που διέπρεψε πάντως λιγάκι περισσότερο ήταν στην απεικόνιση της απόγνωσης…

H Νέα Υόρκη στα τέλη των 60s διακρίνονταν από τρομερές ανισότητες σε όλες τις εκφάνσεις της. Αν κατέβαινες σε αυτή την πόλη έχοντας τις αποσκευές σου γεμάτες με όνειρα υπήρχαν μονάχα δυο σενάρια :

Α. Να τα εκπληρώσεις και να γίνεις ένας γιάπης που θα ζει μες την χλίδα και τις ανέσεις.

Β. Να αποτύχεις παταγωδώς και να καταλήξεις να παλεύεις κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σου ώστε να μην καταλήξεις κάτω από μια γέφυρα και να παρακαλάς να μην πεθάνεις από το αδυσώπητο κρύο.

Η τουλάχιστον έτσι έβλεπε τότε την πόλη του ο Schlesinger.

Για τον σκηνοθέτη η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος που ασφυκτιά συνεχώς από την , κάθε είδους, κίνηση και το οποίο δεν θα διστάσει να συντρίψει τόσο τα όνειρα σου όσο και να σε τσακίσει και εσένα τον ίδιο. Τουλάχιστον αν δεν ξέρεις πως να κινηθείς στα αμέτρητα σοκάκια της.

Παρά την ενδυμασία του ο Joe Buck στην πραγματικότητα δεν είναι ένας καουμπόης. Απλά υιοθετεί το συγκεκριμένο ίματζ επειδή πιστεύει ακόμη ότι ο περίφημος ‘Marlboro Man’ έχει πέραση στις γυναίκες της μεγαλούπολης.

Να όμως που πλανάται οικτρά.

Η κοινωνία της Νέας Υόρκης όχι μόνο πλέον ΔΕΝ δίνει δεκάρα για έναν άντρα τύπου ‘John Wayne’ αλλά αντίθετα αρέσκεται στο να μειώνει και να χλευάζει αυτού του τύπου τους άντρες…

Κάπου εδώ αξίζει να κάνουμε μια παύση και να παρατηρήσουμε το πως ο ‘Ratso‘ αρπάζει το comic που διαβάζει ο Joe καθώς εκείνος του σερβίρει το φαγητό που του μαγείρεψε. Εδώ είναι λες και έχουμε μια υπερπροστατευτική ‘μάνα‘ που φροντίζει ώστε ο ‘γιος‘ της να επικεντρωθεί στο φαγητό του ή ένα δυσλειτουργικό ‘ζευγάρι‘ !

Αλλά ας επιστρέψουμε στον Joe Buck.

Ο άντρας αυτός βλέπει τον εαυτό του ως τον ‘απόλυτο παίδαρο’. Μια εκτίμηση που φαίνεται να την έχει κάνει από μόνος του. Στην πραγματικότητα είναι ένας αμόρφωτος βλάχος που με το που πατάει το πόδι του στην Νέα Υόρκη απλά δεν δείχνει να έχει την παραμικρή θέση εκεί.

Διάολε ο τύπος δεν μπορεί καν να συλλαβίσει σωστά εκείνο το πράγμα που τον έπεισε να κατέβει μέχρι την πόλη !

MONY‘…

Επιστρατεύοντας τα flashbacks ο σκηνοθέτης μας αποκαλύπτει ψήγματα του παρελθόντος αυτού του άντρα. Ανάμεσα στις σκόρπιες αναμνήσεις του διακρίνουμε και μια στιγμή σκληρής κακοποίησης η οποία ευθύνεται για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Joe την σεξουαλικότητα του αλλά και την κοσμοθεωρία που τον διακρίνει. Μια κοσμοθεωρία που πίστευε ακράδαντα ότι μπορούσε να την μετακομίσει με επιτυχία στην Νέα Υόρκη όμως προφανώς βρισκόταν σε μια απόλυτη και θλιβερή πλάνη.

Εδώ ο ‘καουμπόης‘ ξεκάθαρα δεν ήταν ποτέ του έτοιμος να εισέλθει στην μεγαλούπολη. Δεν είχε το παραμικρό σχέδιο και ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα ‘τα κατάφερνε’ έχοντας ως όπλα μονάχα τον πούτσο , το macho look του και την εξωτερική του εμφάνιση. Να όμως που τίποτε από αυτά δεν γοητεύει τους κατοίκους της πόλης. Ίσα, ίσα τους φαίνονται εντελώς γραφικά και αστεία.

Στον αντίποδα ο ‘Ratso‘ λειτουργεί ως το απόλυτο αντίθετο του Joe. Ένας μικροκαμωμένος και ασθενικός άντρας που κουτσαίνει και ο οποίος έχει πάψει να ονειρεύεται εδώ και καιρό. Εξαρχής η ζωή τον αντιμετώπισε με τον πιο σκληρό τρόπο. Ως παιδί χτυπήθηκε από την πνευμονία και την πολυομελίτιδα. Μεγαλώνοντας έμαθε να επιβιώνει λειτουργώντας ως αλήτης και μικροαπατεώνας.

Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονται μεταξύ τους οι δυο άντρες είναι ότι και οι δυο τους είχαν μια προβληματική και σκατένια παιδική ηλικία. Τελικά αποφασίζουν να συνάψουν μια σχέση / συμμαχία μεταξύ τους ώστε να διατηρήσουν την ελπίδα της επιβίωσης. Ο Joe προσφέρει τα μπράτσα του αλλά και την προοπτική του κέρδους μέσω του ψωνιστιριού ενώ ο Ratso παρέχει την πονηρία του αλλά και τις γνώσεις του γύρω από το πως κινείται και λειτουργεί η πόλη του. Βέβαια αυτά τα δυο τελευταία αυτομάτως τίθενται σε μια έντονη αμφισβήτηση καθώς αν ο Ratso ήταν όντως τόσο πονηρός και ικανός τότε γιατί κατέληξε να φαντάζει ως ένας θλιβερός και σακατεμένος ‘ποντικός‘ που ζει μέσα σε έναν απύθμενο ‘βούρκο‘ ?

Η κατάληξη που θα έχει η σχέση / συμμαχία των δυο αντρών μας είναι εξαρχής ξεκάθαρη. Καθώς τους βλέπουμε να περιπλανώνται στο κρύο, την φτώχεια και την εξαθλίωση η εικόνα τους φαντάζει απόλυτα φυσική και αναμενόμενη.

Και όμως να που επιστρατεύοντας μια σειρά συμπτώσεων ο σκηνοθέτης δίνει στους δυο φίλους την ευκαιρία να πετύχουν το πολυπόθητο ‘μεγάλο κόλπο‘ ενώ ταυτόχρονα αναζοπυρώνει τα όνειρα του ‘καουμπόη‘ του αλλά και δίνει την ευκαιρία στον θλιμμένο και χτυπημένο από παντού ‘ποντικό‘ του να αρχίσει να κάνει όνειρα και εκείνος. Κάτι που ίσως να συμβαίνει για πρώτη φορά στην ζωή του !

Η ευκαιρία αυτή έρχεται μέσα από μια εντελώς ψυχεδελική σεκάνς όπου οι δυο άντρες βρίσκουν τον τρόπο να παρευρεθούν σε ένα οργιαστικό πάρτι που το διοργανώνουν κάτι ψωνισμένοι και δήθεν κουλτουριάρηδες ηθοποιοί και φίλοι του περίφημου καλλιτέχνη Andy Warhol

‘Flesh and blood and smoke will be served after midnight.’

Η παραπάνω φράση είναι γραμμένη επάνω στο προσκλητήριο που λαμβάνουν οι δυο φίλοι και αυτό ακριβώς βλέπουμε να διαδραματίζεται στο πάρτι.

Σύμφωνα με έναν από τους παραγωγούς της ταινίας η σκηνή αυτή ουσιαστικά ήταν ένα ‘όργιο τιγκαρισμένο στο χόρτο και το σεξ’ που κράτησε μια εβδομάδα και στο οποίο συμμετείχαν ηθοποιοί που υπήρξαν όντως φίλοι με τον Andy Warhol. O Schlesinger αποτυπώνει αυτό το όργιο μέσα από νέον φωτισμούς που του προσδίδουν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα αλλά και με άφθονη ψυχεδέλεια και υπό τους ήχους του Old Man Willow τραγουδιού του συγκροτήματος Elephants Memory.

Βέβαια όταν αναφέρεται κανείς στην μουσική επένδυση του Midnight Cowboy ΕΝΑ είναι το κομμάτι που ξεκινά να παίζει στο υποσυνείδητο μας…

Η σεκάνς αυτή εκτυλίσσεται σαν ένα όνειρο για τον καουμπόη που εδώ φαίνεται να δοκιμάζει για πρώτη φορά στην ζωή του ναρκωτικά. Ο Joe βιώνει μια πρωτόγνωρη και αδιανόητη για εκείνον κατάσταση και αισθήσεις καθώς βλέπει παντού γελαστούς και αποχαυνωμένους γιάπηδες να κρατούν ο καθένας τους και από ένα τσιγαριλίκι στο χέρι. Το πως κατάφερε ο Schlesinger πίσω στα 60s να πείσει τους παραγωγούς να επιτρέψουν να μπει αυτή η σκηνή σε μια Χολιγουντιανή ταινία μέχρι και σήμερα αποτελεί απόλυτο μυστήριο και ένα τεράστιο κατόρθωμα !

Σε αυτό το πάρτι ο Joe Buck κατορθώνει επιτέλους να αγγίξει για πρώτη φορά το όνειρο του. Γνωρίζει μια από, τις αμέτρητες και εξαιρετικά αναλώσιμες , επίδοξες στάρλετ της βιομηχανίας του θεάματος και γρήγορα καταλήγει στο κρεβάτι της. Η ηθοποιός του τάζει είκοσι δολάρια για τις υπηρεσίες του όμως ο καουμπόη αδυνατεί να ανταποκριθεί σεξουαλικά. Τελικά καταλήγουν να παίζουν σκράμπλ όμως και εκεί ο Joe γίνεται περίγελος μιας και δεν μπορεί να γράψει σωστά την λέξη ‘Money‘…

Τότε είναι που η ηθοποίος αρχίζει τους υπαινιγμούς ότι ο Joe ίσως να είναι Gay.

Στο άκουσμα αυτής της λέξης ο καουμπόη ‘οπλίζει‘ και της δίνει με μανία τον έρωτα του. Είναι λες και ξαφνικά αναπτύσσει ‘αντισώματα‘ που θα αποτινάξουν από επάνω του ακόμη και την παραμικρή υποψία γύρω από την σεξουαλικότητα του…

To γαμήσι που κάνει ο Joe τελικά είναι όντως καλό.

Τόσο καλό που ύστερα η ηθοποιός του υπόσχεται ότι θα τον ‘δικτυώσει‘ πασάροντας τον σε φίλες και σε συναδέλφους της. Η πολυπόθητη ‘καριέρα‘ του Joe Buck μπαίνει επιτέλους σε τροχιά !

Όμως να που υπάρχει και μια μεγαλύτερη ‘πουτάνα‘ από τον Joe και το όνομα της είναι ‘μοίρα‘…

Στα πλαίσια μιας , μάλλον αναπόφευκτης, τραγωδίας ο Joe θα κληθεί να κάνει μια επιλογή ανάμεσα στο προσωπικό του συμφέρον και την γνήσια ανιδιοτέλεια. Και λειτουργώντας , για πρώτη ίσως φορά από τότε που τον γνωρίσαμε, σαν ένας αυθεντικός καουμπόης επιλέγει το δεύτερο.

Μέσα σε αυτή την επιλογή διακρίνεται πιο ξεκάθαρα από ποτέ η διχοτομία που χαρακτηρίζει το Midnight Cowboy ως φιλμ.

Άραγε ο Joe Buck επιλέγει να σταθεί στο πλευρό του ετοιμοθάνατου ‘Ratso‘ επειδή είναι ένας καλός φίλος ή τελικά παρακινείται από τον έρωτα του για εκείνον ?

Η ομοφυλοφιλία είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο της θεματολογίας του Midnight Cowboy. Ναι ο Joe Buck μπορεί να μας παρουσιάζεται ως το αρχέτυπο του macho καουμπόη που σχεδιάζει να βγάλει χρήματα παρέχoντας σεξουαλικές υπηρεσίες αποκλειστικά σε καυλωμένες πρωτευουσιάνες όμως στην τελική αυτό ΔΕΝ μας λέει τίποτα απολύτως για τις αληθινές σεξουαλικές προτιμήσεις και παρορμήσεις αυτού του άντρα. Βλέπεις η σεξουαλική συμπεριφορά ενός ανθρώπου μπορεί πάντοτε να ελεγχθεί και να κατευθυνθεί όμως σε καμία περίπτωση ΔΕΝ ισχύει το ίδιο και για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Η ιδέα ότι σε όλη την διάρκεια της ταινίας ο ‘καουμπόης‘ πασχίζει με το ‘λάσο‘ του να χαλιναγωγήσει τις σεξουαλικές ορμές του έχει μια απόλυτη βάση και λογική.

Ο σκηνοθέτης μας δίνει τουλάχιστον τρεις ομοερωτικές σεκάνς και όλες τους κάπως σχετίζονται με την βία. Δεν αποκλείεται αυτή η βία να οφείλει την παρουσία της στον ίδιο τον σκηνοθέτη και να πηγάζει κατευθείαν μέσα από τα προσωπικά του βιώματα. Ο John Schlesinger υπήρξε ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες του Hollywood που παραδέχτηκαν δημοσίως το ότι ήταν ομοφυλόφιλοι. Και στην Νέα Υόρκη των 60s το να ήσουν ανοιχτά Gay ήταν μια εξαιρετικά ζόρικη υπόθεση από πολλές σκοπιές. Και όμως να που υπάρχει μια κωμικοτραγική ειρωνεία σε όλο αυτό. Η Νέα Υόρκη των 60s ήταν μια πόλη που κατακλύζονταν από τσοντάδικα και αγοραίο έρωτα. Η βιτρίνα της ομοφυλοφιλίας βρισκόταν σε κάθε γωνιά της και όμως οι ‘φυσιολογικοί΄ κάτοικοι της πόλης τρελαίνονταν και μόνο στην σκέψη ότι η βιτρίνα αυτή θα μπορούσε να εμφανιστεί σε κοινή θέα…

Τελικά είναι ο Joe Buck Gay ?

Υπήρχε όντως ομοερωτισμός ανάμεσα σε εκείνον και τον ‘Ratso’ ή εδώ έχουμε απλά μια γνήσια ιστορία αφοσίωσης και φιλίας ?

Στο φινάλε οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα εναπόκεινται στην κρίση του κάθε θεατή ξεχωριστά. Για τον σκηνοθέτη πάλι ίσως αυτό το φιλμ να λειτούργησε ως το τολμηρό ‘πείραμα της αποκαθήλωσης της εικόνας του macho καουμπόη. Μια εικόνα που επί δεκαετίες ολόκληρες χαρακτήριζε το Αμερικάνικο Έθνος, τους κατοίκους αλλά και την κουλτούρα και την τέχνη αυτής της χώρας.

Το βλέμμα σύγχυσης , φόβου και τσαντίλας που διακρίνεται στο πρόσωπο του Joe Buck καθώς εκείνος ρωτάει τον ‘Ratso‘ αν θεωρεί τον θρυλικό και εμβληματικό John Wayneαδελφή‘ συμβολίζει σταράτα το πόσο προβοκάτορας υπήρξε ο John Schlesinger ως σκηνοθέτης. Εδώ δεν αποκλείεται να έχουμε μια πανίσχυρη αλληγορία γύρω από ένα ολόκληρο έθνος που μπροστά στην υποψία και μόνο ότι οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν πλέον φανερό κομμάτι του οδηγείται σε έναν παροξυσμό οργής, τρέλας και αγωνίας.

Διάολε επίσης εδώ έχουμε το πρώτο X-Rated φιλμ που κατόρθωσε να καπαρώσει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας ! Ένα πολύτιμο και σπάνιο κωλοδάχτυλο ενός δημιουργού απέναντι στην λογοκρισία και τον καθωσπρεπισμό !

Για μένα προσωπικά το Midnight Cowboy του John Schlesinger λειτουργεί ως μια αυθεντική ιστορία χαμένων ονείρων, αστικής παράνοιας και εξαθλίωσης αλλά πάνω απ’όλα σαν μια σπουδαία εξιστόρηση μιας αντρικής φιλίας . Αλλά το γεγονός ότι μπορώ εύκολα να το ερμηνεύσω και με τους τρόπους που αναφέραμε καθιστά αυτό το φιλμ ως μια συγκλονιστική εμπειρία και ένα σπάνιο και πανίσχυρο έργο τέχνης.

Στο φινάλε η ταινία αυτή λειτουργεί ως μια υπέροχη ωδή του σκηνοθέτη απέναντι στην ικανότητα μας για αγάπη ακόμη και όταν αυτή η αγάπη προκύπτει μέσα από τις πιο φριχτές και ζόρικες καταστάσεις. Η ιδέα ότι η αγάπη μπορεί να επιβιώσει μέσα στην χαοτική ,ζόρικη και ολότελα δυσλειτουργική κοινωνιά που χτίσαμε φαντάζει ως η πιο πολύτιμη παρηγοριά και μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website with WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: