SEVEN SAMURAI : Ο Kurosawa πάει για ψάρεμα και πετσοκόβει κάθε σκέψη παρεμβατικότητας εις βάρος της τέχνης του.

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘Bandits are coming, you fool. Why worry about the beard, when the head is about to fall?’

Στο SEVEN SAMURAI , του 1954, ο τιτάνας Akira Kurosawa χάρισε στο παγκόσμιο σινεμά ένα από τα πρώτα σπουδαία Έπη του.

Η ταινία αυτή πέραν της εμπορικής επιτυχίας που σημείωσε στην Ιαπωνία κατόρθωσε να κερδίσει τον σεβασμό και τον θαυμασμό των κριτικών ολόκληρης της υφηλίου και αποτέλεσε μετέπειτα επιρροή για αρκετούς σπουδαίους σκηνοθέτες της δύσης. Χωρίς την επίδραση του Kurosawa το Χόλιγουντ δεν θα είχε βγάλει ποτέ του ταινίες όπως για παράδειγμα το The Magnificent Seven του John Sturges, ένα φιλμ που σήμερα αποτελεί ύψιστη πολιτιστική κληρονομιά όχι μονάχα του γουέστερν είδους αλλά γενικότερα του Αμερικάνικου σινεμά.

Παράλληλα η ταινία του Kurosawa μπορεί άνετα να κριθεί ως ένας από τους θεμελιωτές του Action σινεμά και ένα αψεγάδιαστο Σαμουράι φιλμ.

Όμως ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα των Επτά Σαμουράι του Akira Kurosawa είναι ότι εδώ ο δημιουργός μέσα από μια ιστορία όπου επτά πολεμιστές καλούνται να υπερασπιστούν ένα χωριό από μια μικρή στρατιά κακοποιών , έναντι πενιχρής αμοιβής, καταλήγει να κάνει μια αιχμηρή μελέτη μιας κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που εδώ ενώ εκτυλίσσεται στην φεουδαρχική κοινωνία του 1500 στην πραγματικότητα διατηρείται μέχρι και σήμερα και εξακολουθεί να είναι άκρως προβληματική και επίφοβη…

Στο SEVEN SAMURAI κάτι εξαθλιωμένοι και φοβισμένοι αγρότες κινούν προς την διπλανή πόλη ώστε να εξασφαλίσουν τις υπηρεσίες μιας ομάδας σαμουράι που θα αναλάβουν να υπερασπιστούν το χωριό τους απέναντι σε κάτι άπληστους και μοχθηρούς επιδρομείς.

Το πρόβλημα είναι ότι οι αγρότες το μοναδικό πράγμα που μπορούν να προσφέρουν ως αμοιβή είναι το ρύζι τους…

Προφανώς αυτή η κατάσταση δημιουργεί αμφιβολίες στους χωρικούς για το αν θα βρεθεί έστω και ένας σαμουράι που θα δεχτεί να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του για μια τόσο πενιχρή αμοιβή.

Να όμως που ο πρεσβύτερος του χωριού τους δίνει μια λύση :

‘ Find Hungry Samurai.’

Και κάπως έτσι οι αγρότες καταφέρνουν και προσλαμβάνουν επτά σαμουράι, αφού τους περάσουν από ‘οντισιόν‘ , και τους φέρνουν πίσω στο χωριό ώστε να αναλάβουν την οχύρωση του αλλά και να ξεκινήσουν την στρατιωτική τους εκπαίδευση υπό τις οδηγίες των έμπειρων αυτών ξιφομάχων.

Να όμως που στην πορεία δημιουργούνται και ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα :

  • Τι σόι ‘σαμουράι‘ δέχεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του για ένα πιάτο ρύζι ?

και

  • Αν αποδειχθεί ότι οι αγρότες έλεγαν ψέματα σχετικά με το τι και πόσα μπορούν πραγματικά να δώσουν ως αντάλλαγμα στους επτά πολεμιστές τότε ποία θα είναι ακριβώς η αντίδραση των δεύτερων ?

Στο SEVEN SAMURAI o Kurosawa συγκέντρωσε ένα εκπληκτικό cast ηθοποιών της Ιαπωνίας και τους έβαλε να ενσαρκώσουν άριστα σκιαγραφημένους χαρακτήρες που όλοι τους διακρίνονται από αισθήματα τιμής αλλά παράλληλα κουβαλάνε επάνω τους το βάρος μυστικών και αποτυχιών του παρελθόντος.

Όλοι τους έχουν να παίξουν έναν ρόλο στην υπόθεση και διακρίνονται από τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έχουμε σαμουράι που ψάχνουν έναν τρόπο να απαλλαγούν από την ‘ντροπή‘ μιας χαμένης μάχης από την οποία μονάχα εκείνοι βγήκαν ζωντανοί από την παράταξη τους. Για να έρθει η εξιλέωση θα πρέπει είτε να νικήσουν αυτή τη φορά είτε να πέσουν από το κατάνα του αντιπάλου. Έχουμε έναν νεαρό και επίδοξο σαμουράι που επιθυμεί διακαώς να βρει έναν δάσκαλο που θα τον μυήσει σε αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο, επικίνδυνο αλλά και ρομαντικό τρόπο ζωής αλλά στην πορεία θα βρεθεί αντιμέτωπος και με έναν πρώτο έρωτα που θα τον βυθίσει στην αμφιβολία. Και φυσικά έχουμε και εκείνους τους σαμουράι που απλά αναζητούν την επόμενη πρόκληση που θα τους επιτρέψει να δοκιμάσουν για ακόμη μια την δεξιοτεχνία τους στο κατάνα και τις ικανότητες τους στην μάχη.

Από αυτό το σύνολο ξεχωρίζουν οι Takashi Shimura , στον ρόλο του Kambei Shimada ενός γερασμένου Ronin που όμως είναι εξαιρετικά έμπειρος και ικανός στο να καταστρώνει στρατηγικές μάχης και στο να διοικεί πολεμιστές, και ο Seiji Miyaguchi ως  Kyūzō. Ο τελευταίος είναι ένας έμπειρος σαμουράι και γνήσιος ‘μάστορας‘ του κατάνα. Το πρόσωπο του φαντάζει πιο άκαμπτο και από πέτρα και είναι άντρας που δεν γουστάρει τα πολλά λόγια.

Παρόλα αυτά η αίσθηση τιμής και ηθικής που έχει μέσα του είναι αξίες που δεν γίνονται να κρυφτούν…

Ανάμεσα στους δυο αυτούς άντρες θα βρεθεί ο Katsushirō Okamoto του Isao Kimura.

Ο νεαρός αυτός είναι ο γιος ενός πλούσιου γαιοκτήμονα που παρατά την άνετη ρουτίνα του ώστε να κυνηγήσει την περιπετειώδη ζωή ενός σαμουράι. Όμως έχει την ανάγκη ενός δασκάλου που θα του διδάξει τόσο την τέχνη της ξιφομαχίας όσο και τους κώδικες τιμής και συμπεριφοράς των σαμουράι. Βλέποντας τον Kambei Shimada να λύνει με την στρατηγική ευστροφία του να λύνει μια κατάσταση ομηρίας ο νεαρός αποφασίζει να τον ακολουθήσει ώστε να διδαχτεί πράγματα από εκείνον. Η κίνηση αυτή θα τον οδηγήσει σε ένα φτωχικό χωριό , στην μέση μιας κοιλάδας. Εκεί για πρώτη φορά στην ζωή του θα κληθεί να αντικρίσει την φτώχεια , την υποκρισία και την βία που διακρίνουν ένα τεράστιο μέρος της κοινωνίας του.

Κατά την παραμονή στο χωριό ο Okamoto θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί την κόρη ενός χωρικού. Ο χωρικός επιμένει να μεταμφιέζει την κόρη του σε ‘αγόρι‘ φοβούμενος μην την ‘ατιμάσουν‘ οι ίδιοι άντρες που επιθυμεί να προσλάβει για την προστασία του…

Φτάνοντας στο χωριό οι επτά σαμουράι αντιμετωπίζονται με φόβο και δυσπιστία από τους χωρικούς , γεγονός που αποτελεί προσβολή για την τιμή ενός πολεμιστή, ενώ στην πορεία ανακαλύπτουν ότι οι ‘φτωχοί‘ εργοδότες τους στην πραγματικότητα είχαν διάφορες καβάτζες με σάκε, φαγητά αλλά και πολύτιμες πανοπλίες τις οποίες περισυνέλεξαν από νεκρούς σαμουράι…

Και ενώ η ατμόσφαιρα αρχίζει να μυρίζει μπαρούτι μπροστά σε αυτή την αποκάλυψη έρχεται ο Toshiro Mifune ώστε να σώσει την κατάσταση !

Ο μοναδικός ηθοποιός του cast που πήρε το ελεύθερο από τον Kurosawa να κάνει αυτοσχεδιάζει όποτε του καπνίσει ήταν ο Toshiro Mifune.

Ο Kurosawa ήξερε ότι μια τόσο εκκεντρική και αστείρευτη δύναμη‘ της υποκριτικής δεν μπορούσε να δαμαστεί και έτσι επέλεξε να την αφήσει να εκφραστεί μέσω μιας απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας. Και ο Mifune προφανώς και τον δικαίωσε για την επιλογή του.

Στο SEVEN SAMURAI ο εμβληματικός ηθοποιός ενσάρκωσε τον Kikuchiyo , έναν χαρακτήρα υπέρμετρα εκκεντρικό και υπερκινητικό. Ο άντρας αυτός αρχικά παρουσιάζεται στους υπόλοιπους σαν ένας ‘σαμουράι‘ αλλά είναι εξαρχής ξεκάθαρο σε όλους (ακόμη και στον θεατή) ότι μονάχα τέτοιος δεν είναι.

Άξεστος , μεθύστακας , πολυλογάς , καυχησιάρης και εντελώς απρόβλεπτος…

Ο Kikuchiyo είναι όλα τα παραπάνω και στην πορεία καμία έκπληξη δεν νιώθουμε όταν ανακαλύπτουμε ότι στην πραγματικότητα ήταν απλά ένας χωρικός που αποφάσισε να παριστάνει τον ‘σαμουράι‘ κουβαλώντας συνεχώς μαζί του ένα τεράστιο ξίφος.

Και όμως να που στο φινάλε ηθοποιός και σκηνοθέτης μας αποκαλύπτουν αθέατες πτυχές του χαρακτήρα τους που δεν γίνεται να μην σε συγκινήσουν αλλά και να μην σε προβληματίσουν βαθύτατα.

Κατά την διάρκεια της μεγάλης μάχης / πολιορκίας ο Kikuchiyo για μια φευγαλέα στιγμή δείχνει να αποχωρίζεται την αστείρευτη ενέργεια και την εκκεντρικότητα του. Βλέποντας φτωχούς και ταλαίπωρους χωρικούς να σφαγιάζονται και τις καλύβες τους να φλέγονται προβαίνει σε ένα απόλυτα προσωπικό ξέσπασμα…

‘ Ακριβώς αυτό συνέβη και σε εμένα !’

Στο παρελθόν ο χωρικός αυτός βίωσε μια παρόμοια τραγωδία και πήρε την απόφαση να μην ξαναπεράσει ποτέ του κάτι παρόμοιο. Αποφάσισε να γίνει ‘σαμουράι‘ ώστε να είναι εκείνος που καθορίζει τις τύχες και τις ζωές των ‘κοινών‘ ανθρώπων και να μην εξελιχθεί σε ένα ακόμη θύμα.

Ο Kikuchiyo είναι και εκείνος που κρατά σαμουράι και χωρικούς ενωμένους όταν έρχονται αντιμέτωποι με ένα επικίνδυνο ‘σχίσμα’ :

What do you think of farmers ? You think they’re saints ? Hah! They’re foxy beasts! They say, “We’ve got no rice, we’ve no wheat. We’ve got nothing!” But they have! They have everything! Dig under the floors! Or search the barns! You’ll find plenty! Beans, salt, rice, sake! Look in the valleys, they’ve got hidden warehouses! They pose as saints but are full of lies! If they smell a battle, they hunt the defeated! They’re nothing but stingy, greedy, blubbering, foxy, and mean! God damn it all! But then . . . who made them such beasts? You did! You samurai did it! You burn their villages! Destroy their farms! Steal their food! Force them to labour! Take their women! And kill them if they resist! So what should farmers do?

Τα παραπάνω λόγια ενώ τα απαγγέλλει ο Mifune , μέσα από το σενάριο του Kurosawa και των δυο συνεργατών του, καταλήγουν να μας λένε σκληρές και μεγάλες αλήθειες όχι μονάχα γύρω από την φτώχεια και την καταπίεση που υπήρχε στην φεουδαρχική Ιαπωνία κάποτε αλλά και για την φτώχεια και την καταπίεση που κυριαρχούν σε πολλές κοινωνίες του σήμερα.

Στο ενδιάμεσο ο Kurosawa για ακόμη μια φορά θίγει το ζήτημα γύρω από την θέση της γυναίκας μέσα σε μια τέτοια κοινωνία. Από την μια έχουμε μια κόρη που αναγκάζεται να ζει μεταμφιεσμένη και κρυμμένη για να γλιτώσει από έναν ενδεχόμενο βιασμό και από την άλλη ο πατέρας της κρίνει ότι εκείνη ‘ατιμάστηκε‘ όταν μαθαίνει ότι πλάγιασε με έναν σαμουράι , δηλαδή έναν άντρα ‘ανώτερης κοινωνικής τάξης’ που καμία ‘χωριάτισσα‘ δεν έχει το δικαίωμα να σταθεί δίπλα του. Ναι οι κώδικες τιμής των σαμουράι αλλά και του Γιαπωνέζικου λαού γενικότερα μπορεί να ήταν πανίσχυροι και να έβγαζαν έναν ρομαντισμό όμως παρέμεναν πάντοτε και αρκετά αμφιλεγόμενοι ή προβληματικοί.

Πάντως τα λόγια του Kikuchiyo δεν απευθύνονται μονάχα στους Ιάπωνες. Βρίσκουν αντίκρυσμα άνετα και επάνω στην δική μας κοινωνία. Απλά σκέψου πόσους ανθρώπους γνωρίζεις στην καθημερινότητα τους συνεχώς κλαίγονται για αυτά που ‘δεν έχουν’ ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Ο φόβος της φτώχειας, ακόμη και η σκέψη της, είναι ικανός να τρελάνει και να διαφθείρει ακόμη και τον πιο αγαθό ή τίμιο άνθρωπο. Μπροστά σε μια ζωή ταλαιπωρίας και αγωνίας για την επιβίωση σου τα ψέματα, η παραπλάνηση και η υποκρισία δεν φαντάζουν ιδιαίτερα βαρύ τίμημα…

Φεουδαρχική Ιαπωνία ή Ελλάδα και παλιό ΠΑΣΟΚ (το Ορθόδοξο) ειλικρινά δεν έχει σημασία. Τα μηνύματα του Akira Kurosawa λειτουργούν ως βέλη που στοχεύουν προς κάθε εποχή , κοινωνία και κατεύθυνση.

Η κληρονομία που άφησε το SEVEN SAMURAI του Akira Kurosawa , τόσο σε τεχνικά όσο και σε θεματολογικά επίπεδα, είναι απλά ‘αξία ανεκτίμητη‘ που έλεγε κάποτε μια διαφήμιση.

Όμως το φιλμ αυτό δεν αποτελεί μονάχα μια (ακόμη) τρανή απόδειξη του πόσο ευρηματικός και ικανός υπήρξε ο σκηνοθέτης του στο να στήνει και να τραβά πλάνα ή στο πως να γράφει σενάρια που θα είναι συναρπαστικά αλλά ταυτόχρονα σύνθετα και ουσιώδη.

Οι Επτά Σαμουράι λειτουργούν και ως μια πολύτιμη υπενθύμιση του πως αντιμετώπιζε αυτός ο σπουδαίος δημιουργός την τέχνη του αλλά και την αφοσίωση του στο σινεμά.

Για να στήσει την ταινία του ο Akira Kurosawa εκείνη την περίοδο αρνήθηκε πεισματικά τις συστάσεις του στούντιο της Toho να κάνει τα γυρίσματα του σε ένα χωριό που του υπέδειξαν και επέμενε να χτιστεί ένα ‘χωριό‘ που θα αντανακλούσε απόλυτα το όραμα του και που με την ποιότητα του θα ενίσχυε την ποιότητα και την αυθεντικότητα στις ερμηνείες των ηθοποιών του. Ο Kurosawa αψήφισε τους όποιους υλικούς περιορισμούς συνάντησε στο διάβα του αλλά και τις καταρρακτώδης βροχές που έριχνε ο ουρανός κατά την διάρκεια των γυρισμάτων του. Μάλιστα φρόντισε να ενσωματώσει την βροχή στα πλάνα της επικής του μάχης και να αυξήσει έτσι κατακόρυφα τόσο τον ρεαλισμό της όσο και τον ρομαντισμό που πρέπει να συναντάται σε τέτοια πολεμικά κατορθώματα. Οι σκηνοθετικές τεχνικές με τις πολλαπλές κάμερες που επιστράτευσε , οι άρτιες χορογραφίες μάχης και ξιφομαχιών , η συγγραφή ενός σεναρίου που μέσα από μια ιστορία ανδρείας, τιμής και πολέμου έθετε στην επιφάνεια ορισμένα εξαιρετικά σημαντικά και διαχρονικά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα…όλα αυτά και άλλα τόσα καθιστούν τους Επτά Σαμουράι του Akira Kurosawa ένα αθάνατο Έπος του σινεμά. Ένα φιλμ που είναι προορισμένο να παρέχει άφθονη έμπνευση στους σκηνοθέτες και σεναριογράφους του σήμερα και του αύριο μέχρι τουλάχιστον να σβήσει για πάντα ο ήλιος.

Όταν το SEVEN SAMURAI άρχισε να ξεφεύγει από τα πλαίσια του μπάτζετ που όρισε η Toho για την ταινία οι χρηματοδότες αποφάσισαν να διακόψουν τα γυρίσματα και να πατήσουν ‘φρένο’ στην παραγωγή. Αυτό συνέβη δυο φορές.

Και στις δυο ο Kurosawa απλά πήγε ψύχραιμος για ψάρεμα…

Σύμφωνα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη ο Kurosawa ήξερε ότι η Toho δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να κόψει την ταινία του και να δεχτεί να χάσει τα λεφτά που ήδη είχε επενδύσει επάνω της.

Όμως αυτή η περιγραφή είναι εξαιρετικά ‘φτωχή‘ ώστε να μας δώσει ολοκληρωμένη την εικόνα .

Στην πραγματικότητα ο Akira Kurosawa ήταν ένας υπέρμετρα αποφασισμένος σκηνοθέτης που απλά δεν θα επέτρεπε σε τίποτε και κανέναν να μπει εμπόδιο μπροστά στο εκάστοτε όραμα του.

Ακριβώς όπως και οι Επτά Σαμουράι του έτσι και ο σκηνοθέτης θα υπερασπιζόταν την τιμή και την αποστολή του είτε μέχρι να βγει νικητής είτε μέχρι να οδηγηθεί στον τάφο του. Ένας τάφος που σήμερα μοιάζει λες και βρίσκεται επάνω σε έναν επιβλητικό αλλά και γαλήνιο λόφο και που τον μοιράζεται παρέα με σπουδαίους συναδέλφους του τόσο από την Δύση όσο και την Ανατολή.

Σπουδαίοι σκηνοθέτες που χωρίς τις διδασκαλίες αυτού του ‘σαμουράι’ του σινεμά πιθανότατα θα κατέληγαν να κόβουν άσκοπα βόλτες επάνω στο κινηματογραφικό πανί σαν τίποτε ‘Ρόνιν του σινεμά…

One thought on “SEVEN SAMURAI : Ο Kurosawa πάει για ψάρεμα και πετσοκόβει κάθε σκέψη παρεμβατικότητας εις βάρος της τέχνης του.

Add yours

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website at WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: