Design a site like this with WordPress.com
Get started

The Man With The Golden Gun : Η αβάσταχτη μοναξιά ενός επαγγελματία δολοφόνου.

by Αντρέι Κοτσεργκιν

“A duel between titans… my golden gun against your Walther PPK.”

Το JAMES BOND franchise ποτέ του δεν τράβαγε ζόρι να ακολουθεί κινηματογραφικες μόδες και να επωφελείται από αυτές. Στην τελική δουλειά ενός κατασκόπου είναι να ενσωματώνεται ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη.

To 1973 οι Saltzman και Broccoli δεν δίστασαν να ρίξουν έναν φλεγματικό Βρετανό στον κόσμο του Αμερικανικού Blaxploitation! Η πρώτη αποστολή του Sir Roger Moore ως 007 υπήρξε φουλ Campy και εκκεντρική αλλά και άκρως ψυχαγωγική.

Ένα χρόνο αργότερα ο James Bond θα προσπαθούσε να χωθεί και στο Martial Arts Craze που κατέκλυσε το σινεμά της εποχής. Και κάπως έτσι καταλήγουμε σε έναν Bond να βρίσκεται εντελώς στο άκυρο μέσα σε ένα ντοτζο, κάπου στο Χονγκ Κονγκ, και μαζί με δύο…. Schoolgirls να σπάει στο ξύλο μια μικρή στρατιά από “έμπειρους καρατεκα”

Και όλα αυτά με έναν Sir Roger Moore να μην προσπαθεί ιδιαίτερα και να μην ιδρώνει καν!

Κάπως έτσι οφείλει σήμερα και ένας θεατής να προσεγγίσει το The Man With The Golden Gun ώστε να το εκτιμήσει και να απολαύσει την προβολή του :

Χαλαρός και με καλή διάθεση.

Στο The Man…έχουμε ακόμη ένα Bond Movie στημένο γύρω από ένα MacGuffin αντικείμενο.

Συγκεκριμένα εδώ ο κατάσκοπος της MI6 καλείται να εντοπίσει το “Solex“, μια συσκευή που παρέχει στον κάτοχο της άπειρη ενέργεια την οποία αντλεί από τον ήλιο. Το σενάριο των Richard Malbaum και Tom Mankiewicz από την πλευρά του άντλησε έμπνευση από την παγκόσμια ενεργειακή κρίση που το 1973 ταλαιπωρούσε ακόμη την Βρετανία.

Παράλληλα ο Bond λαμβάνει “δέμα” μια χρυσή σφαίρα επάνω στην οποία είναι χαραγμένος ο κωδικός 007. Οι χρυσές σφαίρες αποτελούν την “υπογραφή” ενός Hitman ονόματι Francisco Scaramanga και όπως φαίνεται πλέον έχει βάλει στο στόχαστρο του τον Bond.

Και κάπως έτσι ο ήρωας μας καλείται να ταξιδέψει στην Ανατολή έχοντας ως αποστολή να ανακτήσει το Solex και να σκοτώσει έναν άντρα που δεν γνωρίζει καν πως μοιάζει εξωτερικά. Το μοναδικό στοιχείο που έχει ο James Bond για τον αντίπαλο του είναι ότι έχει τρεις θηλες

Στην ομώνυμη νουβέλα του Ian Fleming η πλοκή εκτυλίσσεται κυρίως στην Τζαμάικα. Οι Saltzman και Broccoli αποφάσισαν να την μεταφέρουν σε χώρες όπως είναι η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ αλλά και στο Χονγκ Κονγκ με την δικαιολογία ότι ο κατάσκοπος τους είχε ήδη βρεθεί στην Τζαμάικα μέσω του DOCTOR NO φιλμ. Στην πραγματικότητα οι παραγωγοί επέλεξαν αυτές τις τοποθεσίες επειδή γούσταραν να κάνουν τις διακοπές τους εκεί ενώ επίσης θεωρούσαν ότι προσφερόνταν ως η ιδανική ευκαιρία να χώσουν μερικές σκηνές καράτε στην ταινία τους.

Η όλη φάση με τις πολεμικές τέχνες απλά δεν λειτουργεί και ειδικά από την στιγμή που ο Roger Moore δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να το υποστηρίξει όλο αυτό καταλήγει να φαντάζει κάπως γελοίο. Πάντως το ταξιδάκι στο Χονγκ Κονγκ απέφερε καρπούς ποιότητας διότι πέρα από σαγηνευτικά πλάνα της πόλης έδωσε και την ευρηματική ιδέα στους παραγωγούς να μετατρέψουν το ναυάγιο του RMS Queen Elizabeth σε μυστική βάση της MI6!

Πανέμορφο είναι και το “Scaramanga Island”, στην Ταϊλάνδη, το οποίο εκτός από εξοχικό του δολοφόνου λειτουργεί (κλασσικά) και ως μυστικό εργαστήριο. Τόσο το ναυάγιο / βάση όσο και το νησί / βάση υποτίθεται ότι είναι εμπνευσμένα από το φιλμ The Cabinet of Dr. Caligari αν και προσωπικά δεν διακρίνω τίποτε δόσεις “γερμανικού εξπρεσιονισμου” σε αυτές τις σκηνές!

Αρκετό μεράκι και φαντασία έπεσε στην κατασκευή του χρυσού περίστροφου που κουβαλάει επάνω του ο Scaramanga. Το όπλο αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά κομμάτια τα οποία ο δολοφόνος τα συναρμολογει μεταξύ τους. Ένα στιλο ( κάννη), ένας αναπτήρας (γεμιστηρας), μια ταμπακιέρα ( λαβή) και ένα μανικετοκουμπο ( σκανδάλη). Το περίστροφο αυτό δεν είναι μονάχα ένα από τα πιο γαματα και κλασσικά props του franchise αλλά παράλληλα κολλάει γάντι με την ιδιοσυγκρασια και τις τακτικές ενός επαγγελματία δολοφόνου που θέλει να παίρνει παντού μαζί του το όπλο του δίχως να τραβάει την προσοχή. Ο Scaramanga ακολουθεί φιλοσοφία “Ελαφοκυνηγου” και σκοτώνει τα θηράματα του μονάχα με μια σφαίρα, την οποία την κρύβει στην ζώνη του!

Α επίσης ο Hitman έχει στην διάθεσή του και έναν νάνο μπάτλερ αλλά και ένα… Ιπτάμενο αμάξι…

Η ειρωνεία συναντάται στο γεγονός ότι αυτή τη φορά ο Villain έχει περισσότερα γκατζετ στην διάθεση του από τον κατάσκοπο!

Bond και Scaramanga μοιάζουν με τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Μοιάζουν ισάξιοι στο σημάδι, τις ικανότητες, το swag και κυρίως μοιράζονται έναν παρόμοιο και αχαλίνωτο εγωισμό.

Για τον Scaramanga το να σκοτώσει τον 007 αποτελεί την μεγαλύτερη και ίσως τελευταία πρόκληση της καριέρας του. Είναι πεπεισμένος ότι αν κατορθώσει να δολοφονήσει τον Bond θα αποδείξει στους πάντες ότι είναι ο καλύτερος σε αυτό που κάνει και ότι αυτό που κάνει δεν είναι και τόσο “όμορφο“.

Με τον Τιτανα Christopher Lee να παίζει τον ρόλο προφανώς και ο Scaramanga θα ξεχωρίζει ως χαρακτήρας από τους υπόλοιπους της ταινίας. Επισκιάζει ακόμη και τον πρωταγωνιστή Sir Roger Moore! Για αυτό ευθύνεται όμως και ο δεύτερος. Εδώ ο Moore για πρώτη φορά δείχνει να μην αισθάνεται άνετα μέσα στο κοστούμι του 007. Αυτό οφείλεται στις δημιουργικές διάφορες που είχε τότε με τον σκηνοθέτη Guy Hamilton.

O Hamilton, εύστοχα, έκρινε ότι ο Bond είχε απομακρυνθεί αισθητά από τις κατασκοπικες ρίζες του. Ήθελε να του προσδώσει ξανά σκληραδα και ωμότητα. Εξου και μια σκηνή όπου ο Bond αποσπά πληροφορίες από μια γυναίκα πιέζοντας της βίαια το χέρι. Ο Moore πίστευε ακράδαντα ότι “ο δικός του Bond” απλά θα είχε ξελογιασει τον στόχο του. Θα έπαιρνε τις πληροφορίες που είχε ανάγκη στο κρεβάτι, όπως έκανε στις περισσότερες από τις ταινίες επί εποχής Moore. Κατά συνέπεια στο The Man With The Golden Gun έχουμε έναν Roger Moore να προσπαθεί να μιμηθεί τον Bond του Sean Connery, αντί να παίζει την δική του εκδοχή του χαρακτήρα. Παράλληλα έχεις μια ταινία που εξακολουθεί να αναδεικνύει τις Campy τακτικές των ταινιών που προηγήθηκαν. Κάπως έτσι καταλήγουμε με έναν κάπως συγχυσμενο James Bond και με μια ακόμη πιο συγχυσμενη ταινία.

Στο The Man…o Christopher Lee είναι τόσο απειλητικός και εμβληματικός που καταλήγει να διασώσει τις τελικές εντυπώσεις που έχεις για την ταινία. Αδυνατεί όμως να την εξυψώσει διότι σκηνοθέτης και Roger Moore αδυνατούν να του δώσουν έναν ισάξιο αντίπαλο. Ο Scaramanga περικλείεται από μια σκοτεινή αύρα που φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα είτε στις πρώτες εποχές Sean Connery ή στις μετέπειτα του Timothy Dalton.

Το πραγματικά άσχημο της υπόθεσης Francisco Scaramanga είναι ότι στο φινάλε σενάριο και σκηνοθέτης σχεδόν “δολοφονούν” την ουσία και την δύναμη του χαρακτήρα. Στο τέλος ο Hitman εγκλωβιζει τον στόχο της ζωής του σε μια “Scaramangaland” και πεθαίνει επειδή… μπέρδεψε τον Bond με το… κέρινο ομοίωμα του…

Η τελική αναμέτρηση ανάμεσα σε κατάσκοπο και δολοφόνο υποτίθεται ότι θα ήταν το Main Event της ταινίας. Τελικά καταλήγει να εκτυλίσσεται κάπως βεβιασμένα και με την πολυπόθητη κλιμάκωση να μην έρχεται ποτέ.

Στο πλευρό του ο Scaramanga έχει τον… μίνι “Oddjob” του, έναν Νάνο που ακούει στο όνομα Nick Nack. Ένας comic relief χαρακτήρας που φαντάζει αχρείαστος αλλά τουλάχιστον έχει μια παρουσία. Πέρα από αστειάκια ο μικρός αυτός τυπάκος διακρίνεται από μεγάλη μοχθηρια και φιλοδοξία. Μάλιστα δεν φαίνεται να γουστάρει ιδιαίτερα τον “αφέντη” Scaramanga και στην πρώτη ευκαιρία άνετα θα τον έριχνε στο στόχαστρο του 007.

Η απεικόνιση του συγκεκριμένου χαρακτήρα εύκολα θα εξόργισει τους πολιτικά ευαίσθητους θεατές του σήμερα. Ειδικά η τελευταία σκηνή όπου ο Bond αρπάζει τον νάνο και τον χώνει σε…μια βαλίτσα την οποία στην συνέχεια την δένει στο καταρτι ενός πλοίου (ώστε να κάνει σεξ με το “Bond Girl” ανενόχλητος) είναι μάλλον αρκετά αμφιλεγόμενη θα λεγα!

Πάντως ο Herve Villechaize σίγουρα βγήκε κερδισμένος από την συμμετοχή του εδώ μιας και στην πορεία κατέληξε να παίζει τον “Tattoo” στο τηλεοπτικό Fantasy Island.

Το δεύτερο “comic relief” στοιχείο του φιλμ μεταφράζεται στην, κάπως αναπάντεχη, επιστροφή αυτού του τύπου…

Ο σερίφης J.W.Pepper εδώ τυγχάνει να κάνει τις διακοπές του στην Ταϊλάνδη και πέφτει ξανά επάνω στον Bond ώστε να μας διασκεδάσει πρήξει τα αρχιδια. Για κάποιον ακατανόητο λόγο ο σκηνοθέτης γούσταρε την δουλειά που έκανε ο ηθοποιός Clifton James στο Live and Let Die και ανάγκασε τον σεναριογράφο να τον χώσει και σε αυτή την ταινία…

Η παρουσία του “σερίφη” σε συνδυασμό με σκηνές όπως αυτή :

… σου δίνουν την εντύπωση ότι το franchise ξαφνικά αποφάσισε να γίνει “ελκυστικό” στο κοινό που έβλεπε σειρές τύπου Dukes of Hazard στην τιβι. Αμφιβάλω αν τα κατάφερε όπως και να χει…

Απογοητευτικά είναι και τα “Bond Girls” αυτής της ταινίας. Η Britt Ekland μπορεί να “αποπλάνησε” τους θεατές στο The Wicker Man, του Robin Hardy αλλά εδώ ως Mary Goodnight η μοναδική χρησιμότητα της είναι να τρέχει πέρα δώθε στο νησί του Scaramanga μέσα σε ένα φανταχτερό μπικίνι.

Η τύπισσα δεν έχει καν χημεία με τον Lee, με τον οποίο συνεργάστηκαν στο The Wicker Man και ο οποίος ήξερε και μιλούσε την μητρική της γλώσσα, καθώς ως πρώην υπάλληλος στις Μυστικές Βρετανικές Υπηρεσίες (!) γνώριζε και Σουηδικά. Το μοναδικό Highlight της Ekland εδώ είναι ότι δίνει στον 007 την ευκαιρία να ξεστομίσει την cheesy ατάκα :

“A midnight snack might be just the thing.”

Που να πάρει η οργή ακόμη και ο σπουδαίος και βετεράνος συνθέτης John Barry βρίσκεται εντελώς εκτός φόρμας σε αυτή την ταινία. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφάσισε τελευταία στιγμή να ενσωματώσει αυτό το γαμημενο “Looney Tunes σφύριγμα” στην σκηνή. Ο συνθέτης το έκανε επειδή του “φάνηκε υπερβολική“, λες και το υπόλοιπο φιλμ ζεχνει από σκληρό ρεαλισμό…

Ουσιαστικά το stunt αυτό μπήκε στην ταινία ως τοποθέτηση προϊόντος της American Motors Company.

Αργότερα ο Barry δήλωσε μετανιωμένος για αυτή του την επιλογή όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτό το γελοίο σφύριγμα αποτελεί ασέβεια απέναντι σε έναν παράτολμο stuntman που ρίσκαρε το τομάρι του ώστε να γυριστεί η σκηνή.

Το ελαφρυντικό που δίνεται στον συνθέτη είναι ότι είχε στην διάθεση του μόλις τρεις βδομάδες ώστε να γράψει την μουσική της ταινίας. Μια ακόμη απόδειξη ότι το JAMES BOND είχε καταλήξει σε “fast food” franchise.

Μπορεί ο John Barry να μην παραδίδει την καλύτερη δουλειά του στο The Man… αλλά τουλάχιστον η σύνθεση του στους διαχρινικους τίτλους αρχής είναι υπέροχη. Η “funky” φωνή της Lulu και οι στίχοι του Don Black αποτελούν μέχρι και σήμερα αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους οπαδούς. Προσωπικά και χωρίς να με χαλάνε ιδιαίτερα, θα προτιμούσα να ακούγαμε “σόλο” τον John Barry αυτή τη φορά.

Για την ιστορία ο… Alice Cooper (!) έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο “The Man With The Golden Gun” ώστε να “οπλισει” για τα καλά την ταινία αλλά τελικά οι παραγωγοί το απέρριψαν. Τελικά το κομμάτι κατέληξε στο άλμπουμ του καλλιτέχνη με τίτλο Muscle Of Love.

Το The Man With The Golden Gun βγήκε στις αίθουσες τον Δεκέμβρη του 1974. Προφανώς σημείωσε εισπρακτική επιτυχία στο Box Office όμως τα κέρδη ήταν λιγότερα σε σύγκριση με προηγούμενες ταινίες. Οι κριτικοί της εποχής το έκριναν ως “χρυσόσκονη” καθώς εστίασαν στην campiλα, το γεμάτο τρύπες και διευκολυνσεις σενάριο και τις όχι ιδιαίτερα παθιασμένες ερμηνείες των Moore και Ekland. Ο μόνος που διασώθηκε ήταν ο Christopher Lee που δικαίως κέρδισε τις εντυπώσεις.

Ύστερα από αυτό το κεφάλαιο άρχισε να γίνεται ξεκάθαρο ότι το “χρυσάφι“, με το οποίο κατά καιρούς το franchise έχει μια εμμονή, είχε αρχίζει να ξεφτιζει κάπως. Ο Harry Saltzman το διέκρινε πρώτος αυτό και πήρε την σκληρή απόφαση να πουλήσει το 50% που κατείχε από τα δικαιώματα στην θυγατρική της EON Productions. Μια προσπάθεια να ξεπληρώσει κάπως και τα υπερογκα χρέη που είχε εκείνη την εποχή.

Το The Man With The Golden Gun συμβολικά σηματοδοτεί την λήξη της χρυσής συνεργασίας ανάμεσα σε δύο θρυλικούς παραγωγούς που όχι μόνο μετέφεραν με επιτυχία τον κατάσκοπο του Ian Fleming στην μεγάλη οθόνη αλλά κατόρθωσαν και να τον εξελίξουν σε ένα πανίσχυρο, εμβληματικό και λατρεμένο franchise που σήμερα πλέον αριθμεί 25 ταινίες!

Όσον αφορά το φιλμ θα έλεγα ότι κάθε φορά που το βλέπω νιώθω ότι πάνω από το κεφάλι μου έχω τον Sir Christopher Lee να με σημαδεύει με ένα χρυσό περίστροφο και να με αναγκάζει να έχω στραμμένο το βλέμμα μου στην οθόνη. Και στο τέλος θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό διότι πάρα όλα τα σεναριακα κενά και τις ανόητες σκηνοθετικες επιλογές το The Man With The Golden Gun παραμένει ένα άκρως ψυχαγωγικό Bond Movie.

Στο φινάλε όμως είναι κάπως κρίμα που σκηνοθέτης και παραγωγοί “δολοφόνησαν” τις προοπτικές που είχε ο Francisco Scaramanga ως Villain.

Σε ένα διάλειμμα που είχαν μαζί οι δύο Sir, στην διάρκεια των γυρισμάτων στην Ταϊλάνδη, o Roger Moore ανακάλυψε μια σπηλιά με νυχτερίδες. Αδυνατώντας να αντισταθεί στον πειρασμό γύρισε προς τον Christopher Lee και του δήλωσε με θεατρικό ύφος :

“Master, they are yours to command!”

O Christopher Lee εκτίμησε το αστείο και γέλασε.

Αυτή παίζει να είναι και η μοναδική στιγμή “χημείας” που σημειώθηκε μεταξύ τους την περίοδο του The Man With The Golden Gun…

Υποτίθεται ότι η μονομαχία ανάμεσα σε Bond και Scaramanga ήταν εμπνευσμένη από το γουέστερν SHANE. Όμως στο SHANE γύρω από το πιστολίδι και το φονικό είχε στηθεί μια ολόκληρη φιλοσοφία. Εδώ απλά έχουμε την επιφανειακή και κενή λάμψη του χρυσού.

Στο τέλος η πραγματική δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει ένας δολοφόνος δεν είναι το να βρει έναν άξιο αντίπαλο αλλά άξιους συνεργάτες.

“Ours is the loneliest profession, Mr. Bond.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: