RAN : Με ‘δεμένα τα μάτια’ ο Akira Kurosawa υπογράφει το τελευταίο μεγάλο Έπος του.

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘He gives away his house, He gives away his lands, He now holds a new title: ‘Lord of the rice fields’ a scarecrow!’

Μέσα από το αιματηρό και γεμάτο ενοχή THRONE OF BLOOD , του 1957, ο Akira Kurosawa μας έδωσε την δική του οπτική επάνω στον Macbeth του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. To φιλμ αυτό ξεκινώντας από μια ‘προφητεία‘ μας υπενθύμισε με υπέρμετρα σκληρό τρόπο ότι η ματαιοδοξία και η απληστία θα καραδοκούν πάντοτε μέσα στο υποσυνείδητο των αντρών που κατορθώνουν να πάρουν κάποια μορφή εξουσίας στα χέρια τους.

Στο THRONE… o ανεπανάληπτος Toshiro Mifune υποδύθηκε με εξαιρετικό τρόπο έναν άντρα που αφού χύσει με το κατάνα του το αίμα αθώων στην συνέχεια νιώθει να συνθλίβεται υπό το βάρος της ενοχής. Κάθε βέλος που δέχτηκε στο φινάλε αυτής της ταινίας φάνταζε ως μια απόλυτα ταιριαστή τιμωρία. Ο Mifune πραγματικά έριξε το βάρος μιας ‘κατάρας‘ επάνω στους ώμους του χαρακτήρα του.

Κρίνοντας από το πόσο καλή δουλειά έκανε ο Mifune στο να ερμηνεύσει ‘Macbeth‘ μόνο τυχαίο δεν ήταν το γεγονός ότι ο Kurosawa τον προόριζε και ως τον εκλεκτό του όσον αφορά ένα από τα επόμενα επικά και Σαιξπηρικά οράματα που είχε ο σκηνοθέτης.

Όμως το RAN , η κινηματογραφική ματιά του Akira Kurosawa επάνω στον Βασιλιά Ληρ , άργησε να βρει τον δρόμο του επάνω στο πανί για σχεδόν μια δεκαετία και στο ενδιάμεσο το γυαλί ανάμεσα σε σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή είχε ραγίσει ανεπανόρθωτα…

Ύστερα από το RED BEARD του 1965 ο Toshiro Mifune έκοψε τους ‘δεσμούς αφοσίωσης’ που είχε με τον σκηνοθέτη με αποτέλεσμα το φιλμ αυτό να αποτελέσει την τελευταία συνεργασία τους.

Οι αιτίες πίσω από την επιλογή του ηθοποιού να γίνει ένας ‘Ρόνιν‘ του σινεμά ήταν πολλές. Σίγουρα δεν βοήθησε το γεγονός ότι ο Kurosawa στο THRONE OF BLOOD είχε την ιδέα να βάλει τους κασκαντέρ / τοξότες να τοξεύουν αληθινά βέλη στον πρωταγωνιστή του…

Το RAN μπορεί να μπήκε στην διαδικασία των γυρισμάτων το 1983 όμως το σενάριο της ταινίας υπήρχε στο μυαλό του Kurosawa από τα 70s και εκείνος εξαρχής οραματίζονταν τον Mifune ως τον ‘Βασιλιά Ληρ‘ του. Σύμφωνα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη αρχικά η ιστορία του δεν είχε την παραμικρή σχέση με το έργο του Σαίξπηρ όμως στην πορεία κατέληξε κάπως εκεί. Επίσης ο Kurosawa δήλωσε ότι το προηγούμενο φιλμ του, το KAGEMUSHA, λειτούργησε ως μια ‘πρόβα φορεσιών’ για το τελευταίο και μεγαλύτερο κινηματογραφικό έπος της ζωής του.

Στο RAN o Kurosawa πλέον είχε ξεπεράσει τα εβδομήντα χρόνια ζωής και ήταν πανέτοιμος να δώσει στο κοινό του την ‘μεγαλύτερη‘ του ταινία. Το φιλμ αυτό κουβαλά στα σπλάχνα του ιδέες και τεχνικές από προγενέστερα , σπουδαία και λατρεμένα, πονήματα του δημιουργού του, όπως είναι τα THRONE OF BLOOD και οι Επτά Σαμουράι του, όμως στον αντίποδα εδώ ο σκηνοθέτης σκαρφαλώνει στην κορυφή της δημιουργικότητας του.

Το φιλμ αυτό είναι ο ορισμός του κινηματογραφικού έπους. Μια πανάκριβη παραγωγή αξίας 11 εκατομμυρίων , τεράστιο ποσό για τα δεδομένα των 80s και της Γιαπωνέζικης βιομηχανίας κινηματογράφου. Το σενάριο για να ολοκληρωθεί χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια. Η ιστορία πέρα από μια απόδοση του Βασιλιά Ληρ έχει επιρροές από διάφορους Σαμουράι θρύλους αλλά ταυτόχρονα περικλείει μέσα της κάποιες σκέψεις που είχε ο Kurosawa γύρω από την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και τις δυο ατομικές βόμβες που άλλαξαν μια για πάντα την ιστορία του πλανήτη μας το 1945

Για τον Kurosawa το φιλμ του λειτουργούσε, ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα , και ως μια μεταφορά γύρω από τον Πυρηνικό Όλεθρο , το άγχος που προκαλεί η ιδέα και μόνο της παρουσίας του, αλλά και για το μετατραυματικό σύνδρομο που άφησε στους κατοίκους της Ιαπωνίας. Ο σκηνοθέτης ήταν πεπεισμένος ότι παρά όλη την τεχνολογική πρόοδο που σημείωσε η ανθρωπότητα κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα στο τέλος η μοναδική ‘βελτίωση‘ που σημείωσε το είδος μας ήταν στο πως να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον…

Και εδώ που τα λέμε μάλλον δεν είχε και άδικο.

Η βία και η απληστία που συναντώνται μέσα σε άντρες αλλά και γυναίκες ήταν μια θεματολογία που από παλιά ιντρίγκαρε και προβλημάτιζε τον Akira Kurosawa.

Στο RAN τόσο η βία όσο και η απληστία εκδηλώνονται με τρόπο μεγαλειώδη αλλά και τρομερό. Το φιλμ αυτό είναι ίσως το πιο αιματηρό και βίαιο της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη και αυτό δεν οφείλεται μονάχα στο γεγονός ότι δεν είναι ασπρόμαυρο.

Με το RAN o Kurosawa πραγματικά έδωσε στο κοινό του την πιο ωμή οπτική του επάνω στις βίαιες παρορμήσεις του είδους μας…

Αίμα και τρέλα κατακλύζουν αυτή την ταινία στο μεγαλύτερο κομμάτι της διάρκειας της.

Και τα δυο τους εκφράζονται μέσα από μια κυριολεκτική στρατιά αντρών καθώς ο σκηνοθέτης επιστράτευσε πάνω από 1400 κομπάρσους και 200 άλογα. Για να καταλάβετε κάπως το μέγεθος της παραγωγής μόνο και μόνο η κατασκευή των στολών και των πανοπλιών πήρε σχεδόν δυο χρόνια !

Φυσικά αυτή είναι και μια ακόμη υπενθύμιση του πόσο προσηλωμένος ήταν πάντοτε ο Akira Kurosawa στα καλλιτεχνικά του οράματα και στις λεπτομέρειες γύρω από αυτά. Για ακόμη μια φορά η επιλογή των τοποθεσιών και το χτίσιμο των σκηνικών είναι άριστη. Επιβλητικά φρούρια, ερειπωμένα κάστρα , λιβάδια όπου οι χαρακτήρες μοιάζουν λες και πασχίζουν μάταια να σταθούν κόντρα στον αδυσώπητο άνεμο μιας αναπόφευκτης μοίρας ή καταδίκης.

Και μιας και φτάσαμε στις καταδίκες…

“In a mad world, only the mad are sane!”

Ο ηθοποιός Tatsuya Nakadai ανέλαβε να ερμηνεύσει τον ρόλο που αρχικά είχε γραφτεί για τον συνάδελφο του Toshiro Mifune.

Όντας εξαιρετικά έμπειρος και ικανός ο Nakadai δεν έκανε το λάθος να αποπειραθεί να μπει στα ‘παπούτσια‘ του Mifune. Το εκκεντρικό και τόσο μα τόσο εκφραστικό υποκριτικό στιλ του δεύτερου είναι κάτι που κανένας δεν θα μπορούσε να το μιμηθεί , ούτε τότε αλλά ούτε και σήμερα. Ο Nakadai ερμήνευσε τονΒασιλιά Ληρ (που εδώ μεταφράζεται στον πολέμαρχο ονόματι  Ichimonji Hidetora) με τον δικό του μοναδικό τρόπο και πραγματικά κατόρθωσε να μας παρουσιάσει μια από τις πιο τραγικές μορφές του σινεμά.

Η ερμηνεία του πρωταγωνιστή σε συνδυασμό με τους φωτισμούς και το μακιγιάζ κάνουν τον λόρδο Hidetora προς την μέση και μετά της ταινίας να φαντάζει ως ένα θνητό ‘φάντασμα‘. Σε αντίθεση με την εκδοχή του Σαίξπηρ εδώ ο Βασιλιάς δεν είναι εξαρχής ξεμωραμένος. Αντίθετα οδηγείται μεθοδικά, αργά και βασανιστικά, στην τρέλα .

Η κάθοδος σε αυτή την τρέλα ξεκινά όταν ο γερασμένος πολέμαρχος αποφασίζει να ‘αποσυρθεί’ και να μοιράσει την περιουσία και την εξουσία του στους τρεις γιους του. Καθώς τους δηλώνει με στόμφο και καμάρι ποίος θα πάρει τι οι δυο από τους γιους έχουν να τον στολίσουν μονάχα με καλά λόγια. Του λένε πόσο μεγάλη ανάγκη τον έχουν και ότι δεν μπορούν να κρατήσουν την επικράτεια τους δίχως την ηγετική του παρουσία…

Αντίθετα ο τρίτος γιος, ο Saburo, δεν φαίνεται να έχει την παραμικρή διάθεση να ‘γλείφει‘ τον πατέρα του. Σε μια φάση ο Hideota παίρνει τρία βέλη και τα μοιράζει στα παιδιά του λέγοντας τους να σπάσει ο καθένας το δικό του. Προφανώς τα σπάνε και οι τρεις. Στην συνέχεια ο λόρδος μοιράζει μια τριάδα βέλη στο κάθε γιο και τους προτρέπει να τα σπάσουν και τα τρία μαζί. Αφού τους δει να αποτυγχάνουν στην συνέχεια ξεκινά να κηρύττει το πως τρία βέλη ενωμένα είναι περισσότερο ανθεκτικά από ένα. Όμως ο Saburo αψηφά το κήρυγμα. Αρπάζει τα τρία βέλη και τα σπάει με το γόνατο του !

Να που ο τρίτος γιος όχι μόνο αμφισβητεί τις επιθυμίες του πατέρα του αλλά καταλήγει να τον χαρακτηρίσει και δημοσίως ‘ηλίθιο‘…. Φυσικά ο κάποτε πανίσχυρος πολέμαρχος δεν μπορεί να χωνέψει μια τόσο μεγάλη ‘προσβολή‘ και διατάζει σε εξορία τον ίδιο του τον γιο. Εκείνο που του διαφεύγει σε αυτή την στιγμή είναι ότι ο Saburo ήταν ο μοναδικός από τους τρεις γιους που έσπευσε να τον φροντίσει μερικές στιγμές πιο πριν όταν ο γέρος έπαιρνε τον μεσημεριανό του ύπνο. Ο Saburo έσπευσε κατευθείαν να μεταφυτέψει ένα δεντράκι κοντά στον πατέρα του ώστε να του δημιουργήσει σκιά και να μην τον αφήσει να καεί από τον ήλιο ενώ εκείνος θα κοιμόταν.

Ως θεατές εξαρχής το βλέπουμε ότι από τους τρεις γιους ο Saburo είναι ο μοναδικός που ‘μιλάει‘ σταράτα και μέσα από τις πράξεις του. Αντίθετα οι άλλοι δυο γιοι λένε στον γέρο πολέμαρχο όλες τις κολακείες που κατά βάθος θέλει εκείνος να ακούσει.

Και κάπως έτσι ο Saburo οδηγείται στην εξορία και λίγο καιρό μετά ο μεγαλύτερος γιος και κληρονόμος του λόρδου Hideota , o Jiro, θα αρχίσει να σχεδιάζει την εξορία του πατέρα του και τις δολοφονίες των ίδιων του των αδελφών…

Η μετάβαση του Tatsuya Nakadai από ξιπασμένο και αυταρχικό λόρδο και πολέμαρχο σε ένα ημίτρελο και ξεμωραμένο ‘φάντασμα‘ είναι απλά συγκλονιστική. Ο χαρακτήρας του παρά το γεγονός ότι έχει βαμμένα τα χέρια του με το αίμα αμέτρητων αθώων στο τέλος καταλήγει να είναι τόσο θλιβερός και τραγικός που μονάχα συμπόνοια μπορείς να αισθανθείς για λογαριασμό του.

Στο RAN , πέραν του Nakadai , ο Kurosawa έχει στην ‘φαρέτρα‘ του ένα επιτελείο από εξαίρετους ηθοποιούς. Οι άντρες ηθοποιοί της ταινίας στήνουν ένα φέουδο αίματος ανάμεσα τους. Όλοι τους επιθυμούν κάτι και είναι διατεθειμένοι να δολοφονήσουν και να προδώσουν ώστε να το αποκτήσουν. Το παιχνίδι πολιτικής , σκοπιμοτήτων , απληστίας και εξουσίας που ξεδιπλώνουν ο σκηνοθέτης και το cast του RAN είναι απλά ασύλληπτο και αποτελεί τον ορισμό της σπουδαίας τραγωδίας.

Αλλά όπως συνέβαινε συχνά στα πονήματα του Akira Kurosawa τα ζητήματα εκδίκησης , απληστίας και τιμής που διαδραματίζονται εδώ σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αποκλειστικά ανδρική υπόθεση…

Η Mieko Harada ως λαίδη Kaede σε πολλές περιπτώσεις κλέβει με χαρακτηριστική άνεση την παράσταση από τους άντρες συναδέλφους της.

Η ηθοποιός αποδίδει με θεατρικότητα τον ρόλο μιας ψυχρής και αμείλικτης γυναίκας που αφού ‘κλέβει‘ τον άντρα μιας άλλης στην συνέχεια τον σπρώχνει ύπουλα σε ένα μονοπάτι προδοσίας και φονικών. Η Kaede είναι εκείνη που ‘ξεκλειδώνει‘ τις άπληστες και βίαιες παρορμήσεις του Jiro και τον στρέφει ενάντια στους συγγενείς του.

Αρχικά η γυναίκα αυτή μας φαίνεται ως η πιο αμείλικτη , απάνθρωπη και ραδιούργα γαμιόλα που έχουμε δει σε ταινία. Και όμως στο φινάλε όπου τα αληθινά κίνητρα πίσω από όλα τα εγκλήματα και τις προδοσίες της μας γίνονται ευδιάκριτα η εικόνα μας για εκείνη ανατρέπεται ολοκληρωτικά.

Ναι όπως και ο εραστής της έτσι και η λαίδη Kaede έχει βάψει τα χέρια της με το αίμα αθώων. Όμως σε αντίθεση με εκείνον που τον κατευθύνουν η απληστία και ο φόβος του η λαίδη έχει ένα πολύ ξεκάθαρο κίνητρό :

Επιθυμεί διακαώς να πάρει την εκδίκηση της απέναντι στην φαμίλια που ο πατριάρχης της πριν από χρόνια ξεκλήρισε την δική της οικογένεια.

Πίσω από την μάσκα μιας γνήσιας ‘Κακιάς‘ η λαίδη Kaede κρύβει το πρόσωπο μιας πονεμένης και τραγικής γυναίκας που αφού έχασε τα πάντα από τις πράξεις βίαιων και αυταρχικών αντρών στην συνέχεια αποφάσισε να στερήσει και σε εκείνους ότι πολυτιμότερο έχουν στρέφοντας τους τον έναν εναντίον του άλλου. Για να το επιτύχει αυτό το μόνο που της αρκεί είναι να θίξει τους πελώριους εγωισμούς τους και την ‘αίσθηση τιμής‘ που πιστεύουν λανθασμένα ότι κατέχουν. Στο τέλος θα βρει και η ίδια την τιμωρία της όμως σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους εκείνη φαίνεται έτοιμη να το πληρώσει.

Να που ο Akira Kurosawa σε ένα ακόμη φιλμ του φροντίζει να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες που είχε η ζωή μιας γυναίκας μέσα σε μια φεουδαρχική Ιαπωνία που κινούνταν γύρω από πεισματάρηδες και πολεμοχαρείς άντρες, τα πάντοτε ακονισμένα κατάνα τους αλλά και ορισμένους εξαιρετικά ιδιόρρυθμους και αμφιλεγόμενους κώδικες τιμής.

Ακόμη και αν φαντάζει άκρως αντιπαθητικός ή ακόμη και μισητός ο χαρακτήρας της λαίδης Kaede αποτελεί μια από τις πιο ισχυρές και αποτελεσματικές επιδείξεις γυναικείας δύναμης στο σινεμά των 80s.

Μέσα στην δεκαετία που χρειάστηκε ώστε να γραφτεί και να σφυρηλατηθεί το κινηματογραφικό Έπος του RAN πραγματικά συνέβησαν πολλά.

Ο Toshiro Mifune έγινε ‘Ρόνιν‘ και αναζήτησε την τύχη του μακριά από τον παλιόφιλο και συνεργάτη του. Παράλληλα ενώ γυρνούσε το φιλμ ο Kurosawa βίωσε μια πολύ πιο σκληρή και απόλυτη απώλεια καθώς η γυναίκα του επί σχεδόν σαράντα χρόνια , η Yôko Yaguchi , απεβίωσε. Ο σκηνοθέτης προς τιμήν της διέκοψε τα γυρίσματα ώστε να προλάβει να την θρηνήσει. Η διακοπή κράτησε μόλις μια μέρα. Αυτός ήταν ο Akira Kurosawa ένας δημιουργός πάντοτε απόλυτα αφοσιωμένος στην τέχνη του και πάντοτε έτοιμος να την υπερασπιστεί ώστε να μπορέσει να την εκπληρώσει όποτε και όπως εκείνος ήθελε.

Μάλιστα ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχανε σταδιακά την όραση του καθώς γυρνούσε την ταινία. Από ένα σημείο και ύστερα μπορούσε να γυρνάει τις σκηνές του μονάχα χάρη στην συνεισφορά των βοηθών του που επιστράτευσαν τα storyboards που είχε συνθέσει ως ‘οδηγούς‘. Οι συνεργάτες του Kurosawa λειτουργούσαν ως οι πιο ικανοί και αφοσιωμένοι ‘Σαμουράι΄ ! Σε μια σκηνή του RAN όπου η βροχή δυναμώνει το πλάνο θολώνει λες και συμβολίζει την όραση του σκηνοθέτη. Όμως τόσο το όραμα όσο και η τεχνική του παρέμειναν απόλυτα ξεκάθαρα και προσηλωμένα στον στόχο. Εδώ ο σκηνοθέτης όχι μόνο διατηρεί τα χαρακτηριστικά του trademarks αλλά παράλληλα μας παρουσιάζει και νέες τεχνικές που έμελλαν για ακόμη μια φορά να αναθεωρήσουν το παγκόσμιο σινεμά και να αποτελέσουν ‘μακέτες‘ για μετέπειτα σκηνοθέτες της Δύσης. Χωρίς το RAN δεν θα είχαμε δει ποτέ ταινίες όπως πχ το BRAVEHEART του Mel Gibson.

Το ποία είναι η ‘καλύτερη‘ ταινία του Akira Kurosawa εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση του εκάστοτε θεατή. Όμως σίγουρα το RAN είναι η πιο επική του στιγμή. Και όμως ο σκηνοθέτης δεν έμεινε εκεί καθώς επέλεξε να κλείσει την καριέρα του το 1990 και όχι μέσα από ένα έπος αλλά μέσω των ‘ονείρων‘ του.

Αλλά τα ‘Όνειρα‘ του Akira Kurosawa δεσμεύομαι να τα εξερευνήσουμε κάποια άλλη φορά…

Όσον αφορά το RAN και κλείνοντας αυτό το σπουδαίο κεφάλαιο μέχρι και σήμερα το φιλμ αντικατοπτρίζει όλα εκείνα τα στοιχεία και τις τεχνικές που κατέστησαν τον δημιουργό του έναν από τους θρύλους του παγκόσμιου σινεμά.

Στο RAN o Akira Kurosawa διασκευάζει και αναθεωρεί τον Σαίξπηρ , παντρεύει το έργο του με την Γιαπωνέζικη κουλτούρα, τους μύθους και τις παραδόσεις και στην συνέχεια το επεκτείνει και του προσδίδει μια εντελώς μεγαλύτερη και σημαντικότερη αξία και σημασία. Παράλληλα μας θυμίζει ότι τα διδάγματα από τις ιστορίες του παρελθόντος θα παραμένουν πάντοτε εξαιρετικά επίκαιρα και σημαντικά.

‘RAN’ στα Γιαπωνέζικα σημαίνει ‘Χάος’.

Και με το τελευταίο του Έπος ο Akira Kurosawa φρόντισε μέσα από τους πιο σκληρούς, τραγικούς αλλά και εντυπωσιακούς τρόπους να μας δείξει από που ακριβώς πηγάζει όλο αυτό το Χάος που κατακλύζει τον κόσμο μας :

Μέσα από τα μυαλά πολεμοχαρών αντρών που αδυνατούν ή αρνούνται να αντισταθούν στις πιο βίαιες και άπληστες παρορμήσεις τους. Άντρες που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα επειδή αντιλαμβάνονται τις πράξεις τους ως σημάδι ‘δύναμης και θέλησης’.

Να όμως που στο τέλος θα είναι τυχεροί αν απλά ένας γελωτοποιός κάτσει ανάμεσα στα ερείπια και τα πτώματα που άφησαν κατά σωρεία πίσω τους και απαγγείλει απλά μερικά τραγούδια εις μνήμην τους…

‘What I was trying to get at in Ran, and this was there from the script stage, was that the gods or God or whoever it is observing human events is feeling sadness about how human beings destroy each other, and powerlessness to affect human beings’ behavior.’

  • Akira Kurosawa

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

Create your website at WordPress.com
Get started
%d bloggers like this: